Ι. Κούσης, Research Fellow, UNSW
Το πώς τα «πράσινα» δομικά υλικά μπορούν να συμβάλουν στον μετριασμό της αστικής υπερθέρμανσης στις ελληνικές πόλεις ανέλυσε, στο Build, ο Ιωάννης Κούσης, Research Fellow Σχολής Δομημένου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία.
Ο κ. Κούσης πρόσθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί σε τρεις άξονες, όσον αφορά στις επενδύσεις που θα πρέπει άμεσα να υλοποιήσει όσον αφορά στα «πράσινα» δομικά υλικά, ενώ απάντησε και στο ερώτημα του πόσο κοντά είμαστε στην επίτευξη βιώσιμων πόλεων παγκοσμίως.
Βασικοί μηχανισμοί μετριασμού υπερθέρμανσης
Σύμφωνα με τον κ. Κούση, τα «πράσινα» δομικά υλικά δύνανται να παίξουν καθοριστικό ρόλο στο να μετριαστεί η υπερθέρμανση στις ελληνικές πόλεις «μέσω τριών βασικών μηχανισμών», οι οποίοι, όπως είπε, θα πρέπει να εφαρμόζονται συνδυαστικά.
«Πρώτον, τα “ψυχρά” υλικά περιορίζουν την απορρόφηση της ηλιακής ενέργειας και μειώνουν τη θερμοκρασία των επιφανειών και του αέρα, συμβάλλοντας άμεσα στη μείωση της αστικής υπερθέρμανσης και στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, προσφέροντας μία σχετικά σταθερή και προβλέψιμη απόδοση που δεν εξαρτάται έντονα από εξωτερικούς παράγοντες. Δεύτερον, τα φυσικά ή βασισμένα στη φύση υλικά και συστήματα (λ.χ. “πράσινα” δώματα) βελτιώνουν το μικροκλίμα των υπαίθριων χώρων, ενισχύουν τη θερμική άνεση εντός των κτιρίων και προσφέρουν σημαντικά πρόσθετα οφέλη (λ.χ. βελτίωση ποιότητας αέρα, αναβάθμιση αστικής ευεξίας)». Τρίτον, ανέφερε, τα «υπέρψυχρα» νανοδομημένα υλικά παραμένουν ψυχρότερα από τον αέρα ακόμη και υπό έντονη ηλιακή ακτινοβολία. «Λειτουργούν, έτσι, ως υψηλής απόδοσης παθητικά συστήματα ψύξης, χωρίς κατανάλωση ενέργειας, προσεγγίζοντας λειτουργικά την έννοια ενός “φυσικού” κλιματιστικού».
Στρατηγικές μείωσης κόστους
Ποιες στρατηγικές θα πρότεινε ο κ. Κούσης στην Πολιτεία για την αντιμετώπιση του προβλήματος του (αντικειμενικά) υψηλότερου κόστους των «πράσινων» δομικών υλικών; «Οικονομικά κίνητρα (π.χ. επιδοτήσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις) μπορούν να μειώσουν τα εμπόδια υιοθέτησης, ιδίως σε έργα ανακαίνισης του υφιστάμενου κτιριακού περιβάλλοντος. Ρυθμιστικά μέτρα (π.χ. ελάχιστες απαιτήσεις ανακλαστικότητας στους οικοδομικούς κανονισμούς) δύνανται να ενσωματώσουν σταδιακά αυτές τις λύσεις στην πράξη. Τέλος, ρυθμιστικά μέτρα και προγράμματα ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής και βιομηχανίας μπορούν να επιφέρουν μείωση του κόστους, ενισχύοντας και την καινοτομία».
Οι άξονες επενδύσεων σε «πράσινα» υλικά
Επίσης, ο κ. Κούσης τόνισε πως η Ελλάδα θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε τρεις πυλώνες, σε επίπεδο επενδύσεων σε «πράσινα» δομικά υλικά: «Πρώτον, σε μεγάλης κλίμακας αστικές αναβαθμίσεις που εστιάζουν σε δώματα, οδοστρώματα και δημόσιους χώρους, όπου τα “πράσινα” υλικά μπορούν να αποδώσουν άμεσα και μετρήσιμα οφέλη. Οι παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να στοχεύουν κατά προτεραιότητα σε περιοχές χαμηλού εισοδήματος και ευάλωτες κοινότητες, που πλήττονται δυσανάλογα από τις υψηλές θερμοκρασίες. Δεύτερον, η επένδυση στην έρευνα και σε πιλοτικά έργα για υλικά νέας γενιάς (π.χ. “υπέρψυχρα” υλικά) μπορεί να φέρει την Ελλάδα στην πρωτοπορία του βιοκλιματικού σχεδιασμού και των παθητικών συστημάτων ψύξης, με αξιοποίηση της σημαντικής συνεισφοράς Ελλήνων ερευνητών. Τρίτον, η ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων καταγραφής και αξιολόγησης του μικροκλίματος των ελληνικών πόλεων είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της απόδοσης των υλικών αυτών σε πραγματικές συνθήκες και τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων πολιτικών».
Τι θα κρίνει τη μετάβαση στη βιωσιμότητα
Ο κ. Κούσης σχολίασε και ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μία μεταβατική φάση και όχι κοντά στην πλήρη επίτευξη της αστικής βιωσιμότητας: «Οι τεχνολογικές λύσεις εξελίσσονται ραγδαία, μα η εφαρμογή τους παραμένει αποσπασματική και άνιση. Τα “πράσινα” δομικά υλικά ενδεχομένως συμβάλλουν κατά 20-30% στη μείωση της αστικής θερμικής επιβάρυνσης και της ενεργειακής κατανάλωσης, ωστόσο δεν αποτελούν από μόνα τους λύση. Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τον βαθμό που ενσωματώνονται στον αστικό σχεδιασμό, στο πράσινο και στις πρακτικές χρήσης των κτιρίων. Καθοριστικός είναι και ο ρόλος των χρηστών – η κατανόηση της λειτουργίας των κτιρίων μπορεί να φέρει σημαντικά οφέλη. Συνολικά, η μετάβαση σε βιώσιμες πόλεις θα κριθεί από το πόσο αποτελεσματικά οι μεμονωμένες τεχνολογίες θα ενσωματωθούν στην πράξη, μέσω συντονισμένων παρεμβάσεων στον σχεδιασμό, την πολιτική και την καθημερινή χρήση των αστικών χώρων».
