Ακρογωνιαίο λίθο αποτελεί η δομική πυροπροστασία, η οποία σκοπεύει να περιορίσει τους κινδύνους μερικής ή ολικής κατάρρευσης του κτιρίου ελέω πυρκαγιάς. Ένα κτίριο πρέπει να σχεδιάζεται και να κατασκευάζεται κατά τρόπο ώστε σε περίπτωση πυρκαγιάς:

  • να θεωρείται ότι διατηρείται, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η στατική αντοχή του κτίσματος,
  • η γένεση και η εξάπλωση της φωτιάς και του καπνού στο εσωτερικό του έργου να είναι περιορισμένες,
  • η εξάπλωση της φωτιάς σε γειτονικά κατασκευαστικά έργα να είναι περιορισμένη,
  • να είναι δυνατόν οι ένοικοι να εγκαταλείψουν το έργο ή να διασωθούν με άλλους τρόπους,
  • να λαμβάνεται υπόψη η ασφάλεια των ομάδων διάσωσης.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αναφορά τους δείκτες πυραντίστασης, αξιολογούνται διάφορα κριτήρια. Ενδεικτικά κριτήρια είναι η ευστάθεια ή φέρουσα ικανότητα, η ακεραιότητα, η θερμομονωτική ικανότητα, η ικανότητα αυτοσφράγισης, και η διαρροή καπνού. Ακόμα, όλα τα κριτήρια πρέπει να δηλώνονται από τον κατασκευαστή.

Αντίδραση στην φωτιά
Η συμπεριφορά αφορά προϊόντα που εκτίθενται άμεσα στην φωτιά. Στόχος είναι η αποτροπή ή η καθυστέρηση ολικής ανάφλεξης του. Η Ελλάδα έχει εισάγει στην νομοθεσία της κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η 2016/364 απόφαση και η 305/2011 απόφαση. Παράλληλα, έχει δημιουργηθεί πίνακας ταξινόμησης δομικών προϊόντων, ο οποίος εναρμονίζεται και με τα πρότυπα ΕΛΟΤ. Για παράδειγμα, στην ΕΛΟΤ ΕΝ 13501-1 προβλέπονται οι επιδόσεις ως προς την αντίδραση στην φωτιά για δομικά υλικά, δάπεδα.

Παράλληλα, με αποφάσεις του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται τα ανάλογα ελληνικά πρότυπα ΕΛΟΤ, τα οποία οφείλουν να εφαρμόζουν και αποτελούν κατασκευές, δομικά προϊόντα και προϊόντα ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας, πιστοποιητικά συμμόρφωσης, διαδικασίες ελέγχου και εργαστηριακών δοκιμών αντίδρασης στη φωτιά και πυραντίστασης. Παρόμοιες αποφάσεις ρυθμίζουν κατηγορίες, επίπεδα και τιμές επιδόσεων δομικών προϊόντων, στοιχείων και κατασκευών για τα οποία δεν απαιτούνται εργαστηριακές δοκιμές, καθώς και κάθε άλλη τεχνική διάταξη για τη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ε.Ε. σε σχέση με την πυρασφάλεια και πυροπροστασία των κτιρίων.

Πυραντίσταση
H συμπεριφορά στην πυραντίσταση αφορά τα φέροντα και μη-φέροντα δομικά στοιχεία, στα διαχωριστικά στοιχεία πυροδιαμερισμάτων. Παράδειγμα φερόντων υλικών είναι οι τοίχοι, δάπεδα και οροφές, δοκοί, υποστυλώματα, εξώστες και διάδρομοι. Μη-φέροντα αποτελούν οι εξωτερικά υαλοπετάσματα. Από τον ορισμό του προεδρικού διατάγματος της πυρασφάλειας, ήτοι 41/2018 , η πυραντίσταση ορίζεται η ικανότητα μιας κατασκευής ή ενός δομικού στοιχείου ν’ αντιστέκεται για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα στα θερμικά αποτελέσματα μιας φωτιάς, χωρίς απώλεια της ευστάθειας, της ακεραιότητας και της αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας. Βασικός σκοπός είναι ο περιορισμός της φωτιάς στο χώρο απ’ όπου ξεκίνησε. Γενικότερα, γίνεται εφαρμογή της 2000/3367/ΕΚ απόφαση σε συνδυασμό με την 89/106/ΕΟΚ οδηγία. Ειδικότερα, η τελευταία αναφέρει ότι προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών πρέπει να είναι κατάλληλα για δομικά έργα και στο σύνολό τους και στα χωριστά μέρη, τα οποία εξυπηρετούν τη χρήση για την οποία προορίζονται, παραμένοντας συνάμα οικονομικά και, στη συνάρτηση αυτή, και να πληρούν συγκεκριμένες βασικές απαιτήσεις, όπου αυτές προβλέπονται. Οι απαιτήσεις αυτές πρέπει υπό κανονικές συνθήκες συντήρησης του έργου, να πληρούνται επί μια οικονομικώς αποδεκτή διάρκεια ζωής. Οι απαιτήσεις, κατά κανόνα, προϋποθέτουν προβλεπτές ενέργειες επί του έργου.

Ενεργητική πυροπροστασία
Σχετικά με τα μέσα της ενεργητικής πυροπροστασίας όπου χρησιμοποιούνται διάφορα πυροσβεστικά μέσα, όπως, νερό, σκόνες και διοξείδιο του άνθρακα, τα οποία είναι αποθηκευμένα στις απαραίτητες ποσότητες, σε κατασκευασμένες κατάλληλα σταθερές συσκευασίες, προκειμένου να προστατεύεται ένας συγκεκριμένος χώρος. Το κατασβεστικό υλικό εκτοξεύεται με χειροκίνητο, ημιαυτόματο (πίεση κουμπιού ή έλξη μοχλού) ή αυτόματο τρόπο (εντολή από κέντρο ελέγχου). Για τον σωστό σχεδιασμό ενός τέτοιου συστήματος απαραίτητη είναι η επιλογή του κατάλληλου μέσου για την κάθε περίπτωση, ο υπολογισμός της απαιτούμενης ποσότητας του μέσου αλλά και η σωστή διανομή του κατά τη διάρκεια της εκτόξευσης σε πιθανές συνθήκες φωτιάς. Ενδεδειγμένη λύση ως προς το πυροσβεστικό μέσο για τις πυρκαγιές σε όλες τις εγκαταστάσεις είναι το υγρό κατασβεστικό υλικό Bonpet.

Η χημική του σύσταση είναι ένα υδατικό διάλυμα ανόργανων αλάτων και οργανικών ενώσεων (Ammonium carbonate CH2O3-xH3N, Ammonium hydrogen carbonate CH2O3-H3N και Towalex AFFF 3% UL) και είναι κατάλληλο για πυρκαγιές κατηγορίας Α, Β, σε F και ενδείκνυται την κατηγορία πυρκαγιάς C. Το κατασβεστικό αυτό υγρό σύμφωνα και με το Δελτίο Δεδομένων Ασφαλείας του καθώς και τις εργαστηριακές δοκιμές από το Hygiene Institute στην Γερμανία, είναι ακίνδυνο για τον άνθρωπο τα ζώα και το περιβάλλον. Το κατασβεστικό υγρό Bonpet, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε μορφής πυροσβεστικά οχήματα, μηχανισμούς πυρόσβεσης σε μόνιμες εγκαταστάσεις, με μέγιστη αποτελεσματικότητα και αμεσότητα, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο υλικό κατάσβεσης. Σαν υγρό μπορεί να χρησιμοποιηθεί σκέτο με 100 φορές περίπου μεγαλύτερη ισχύ κατάσβεσης από το νερό, ή σε ανάμιξη με νερό σε ελάχιστη αναλογία 3 – 6 % οπότε σε αυτήν την περίπτωση αυξάνει την κατασβεστική ικανότητα του νερού έως και 20 φορές, συνδυάζοντας όλα τα πλεονεκτήματα του υγρού ΒΟΝΡΕΤ (κατάσβεση σε πολύ χρόνους μικρό χρόνο (μερικών λεπτών) χωρίς να επιτρέπει επανάφλεξη. Το ποσοστό ανάμειξης κάθε φορά εξαρτάται βέβαια από το είδος της πυρκαγιάς διότι διαφοροποιούνται τα θερμικά φορτία. Είναι απόλυτα συμβατό για συστήματα και εξοπλισμούς που χρησιμοποιούνται για κατάσβεση με ρίψη νερού η αφρού. Επίσης μπορεί να αναμειχτεί και με θαλασσινό νερό για κατάσβεση πυρκαγιών.