Οι μετακινήσεις είναι παραδοσιακά υπεύθυνες για την παραγωγή μεγάλου μέρους των παγκόσμιων ρύπων και για την περιβαλλοντική τους εξυγίανση προτείνεται η ηλεκτροκίνηση, καθώς και η σύσταση « πράσινων» οδικών υποδομών.

Οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής κρίσης γίνονται μέρα με την μέρα όλο και πιο εμφανείς, με αποτέλεσμα οι πολιτικές πράσινης ανάπτυξης να αποτελούν μονόδρομο. Ο κλάδος των μεταφορών είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες ατμοσφαιρικής ρύπανσης και για αυτό λαμβάνονται μέτρα από την πολιτεία για τον περιορισμό του περιβαλλοντικού του αντίκτυπου. Η βασικότερη δράση αφορά την ηλεκτροκίνηση και τη βαθμιαία αντικατάσταση των αυτοκινήτων με κινητήρα εσωτερικής καύσεως. Αρχικά, η ιδέα αυτή φάνταζε ουτοπική και σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστη, καθώς απαιτούνταν η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών από τις αυτοκινητοβιομηχανίες και πλήθος υποδομών από πλευράς των κρατών.

Αντίθετα με τις προβλέψεις πολλών, διαπιστώνουμε ότι η ηλεκτροκίνηση κερδίζει γοργά έδαφος και αναμένεται να κυριαρχήσει σύντομα στις δημόσιες και στις ιδιωτικές μεταφορές. Εξίσου σημαντικός είναι ο βιώσιμος χαρακτήρας των οδικών υποδομών, με τη χρήση υλικών και μεθόδων, που περιορίζουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και τις περιττές δαπάνες ενέργειας. Συνεπώς, γίνεται μία ολιστική προσέγγιση των μετακινήσεων, ώστε να γίνουν πιο φιλικές προς το περιβάλλον και πιο προσιτές προς τους χρήστες.

Οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθώντας πιστά τις επιταγές της Πράσινης Συμφωνίας, κατά την οποία η Ευρώπη θα πρέπει μέχρι το 2050 να καταστεί η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος στον πλανήτη, επιδιώκει την μαζική εφαρμογή της ηλεκτροκίνησης σε όλα τα κράτη μέλη της. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι μεταφορές θεωρούνται ως μία από τις κυριότερες πηγές ατμοσφαιρικών ρύπων. Ετησίως, οι μεταφορές που διεξάγονται αποκλειστικά με ορυκτά καύσιμα παράγουν 8,8 δισεκατομμύρια τόνους CO2, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 23% των παγκόσμιων εκπομπών. Πέρα από το CO2, η καύση ορυκτών καυσίμων παράγει ένα τοξικό συνονθύλευμα σωματιδίων, όζοντος, μονοξειδίου του άνθρακα και διοξειδίου του θείου. Αυτός ο επικίνδυνος συνδυασμός ατμοσφαιρικών ρύπων επιδεινώνει την κλιματική αλλαγή και επηρεάζει άμεσα την παγκόσμια υγεία και ευεξία.

Στις εκπομπές άνθρακα ενός αυτοκινήτου δεν θα πρέπει να υπολογίζουμε μόνο την ποσότητα που παράγεται από τον κινητήρα του σε κατάσταση λειτουργίας, αλλά και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των εταιρειών παραγωγής καυσίμων. Αν συναθροίσουμε τα παραπάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ένα μέσο αυτοκίνητο, με μικρό σχετικά φορτίο, που καταναλώνει 7 λίτρα βενζίνης ανά 100 χιλιόμετρα, παράγει 30gr CO2 ανά χιλιόμετρο. Ακολούθως, μόλις συλλογιστούμε τον τεράστιο αριθμό οχημάτων που κυκλοφορεί καθημερινά στους δρόμους, αμέσως κατανοούμε το μέγεθος της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.

Η ατμοσφαιρική ρύπανση έχει αρνητική επίδραση, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στην υγεία των ανθρώπων, ιδιαίτερα όσων ζούν σε πυκνοδομημένα αστικά κέντρα. Σύμφωνα με μελέτες, η μόλυνση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του προσδόκιμου ζωής κατά τρία χρόνια, ενώ μπορεί να επιφέρει ποικίλα προβλήματα στον οργανισμό όπως κόπωση, ζάλη, πονοκεφάλους, δύσπνοια και, σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, φλεγμονές, κακή κυκλοφορία του αίματος, σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, γνωστική δυσλειτουργία και διάφορες μορφές καρκίνου.

Οι μετακινήσεις αποτελούν βασική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου και κύριο πυλώνα της οικονομίας. Επομένως, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, ο περιορισμός τους είναι σχεδόν ανέφικτος. Ωστόσο, μπορούμε να ακολουθήσουμε πολιτικές, όπως είναι η ηλεκτροκίνηση, η δημιουργία πράσινων οδικών υποδομών και η συστηματική χρήση Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, ώστε να περιορίσουμε τις εκπομπές άνθρακα και να εξασφαλίσουμε ένα πιο βιώσιμο μέλλον για τον πλανήτη μας. Η Πράσινη Συμφωνία με συλλογικές δράσεις των κρατών μελών και με τη σωστή ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών μπορεί πράγματι να υλοποιηθεί μέχρι το 2050.

Η ηλεκτροκίνηση στην Ελλάδα
Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, η ηλεκτροκίνηση στη χώρα μας διαδίδεται με ταχύτατους ρυθμούς. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, υπολογίζεται ότι κυκλοφορούν στους δρόμους της Ελλάδος 3.500 πλήρως ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευτεί ότι μέχρι το 2035 θα απαγορευτούν οι πωλήσεις οχημάτων εσωτερικής καύσης, ενώ η ελληνική κυβέρνηση έχει εξαγγείλει το τέλος των συμβατικών οχημάτων έως το 2030. Κατά τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, Κωνσταντίνο Καραμανλή, η προώθηση της ηλεκτροκίνησης θα συμβάλλει καθοριστικά στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην προστασία του περιβάλλοντος.

Στην Ελλάδα, παρατηρείται ένας τεράστιος αριθμός «ηλικιωμένων» οχημάτων, παλαιότερης τεχνολογίας, που εκπέμπουν τεράστιες ποσότητες ρύπων. Άμεσος στόχος του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών είναι η προσφορά κινήτρων στους πολίτες για την αντικατάσταση των εν λόγω οχημάτων με νέα ηλεκτροκίνητα, που θα μολύνουν λιγότερο και θα παρέχουν στους οδηγούς μεγαλύτερη ασφάλεια. Από το προηγούμενο έτος έχει ξεκινήσει το πρόγραμμα «Κινούμαι Ηλεκτρικά», το οποίο βρίσκεται ήδη στον δεύτερο κύκλο του και χρηματοδοτεί το 30% του συνολικού κόστους ενός ηλεκτρικού οχήματος. Παράλληλα εντός τους 2023 αναμένουμε και το πρόγραμμα «Πράσινο Ταξί», κατά το οποίο θα δοθούν σημαντικές ελαφρύνσεις στους οδηγούς ταξί για την αντικατάσταση του «γερασμένου» στόλου τους.

Παράλληλα, έχει προγραμματιστεί από το αρμόδιο Υπουργείο να αξιοποιηθούν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης για την αγορά 200-220 ηλεκτρικών λεωφορείων, τα οποία αναμένεται να βγουν στους δρόμους της Αττικής στα μέσα της χρονιάς. Ήδη έχουν γίνει δοκιμαστικά δρομολόγια από τους ανθρώπους του ΟΑΣΑ για να κριθεί η καταλληλόλητα των οχημάτων.

«Η πορεία προς τον εξηλεκτρισμό της αυτοκίνησης έχει εδραιωθεί όχι μόνο τεχνολογικά, αλλά και σε επίπεδο κανονιστικό και εμπορικό και μάλιστα σε σημείο που πλέον δεν υπάρχει επιστροφή. Η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακολουθεί αυτήν την πορεία με ρυθμούς επιταχυνόμενους μεν, αλλά ανάλογους της επιρροής της στην αυτοκινητοβιομηχανία και του μεριδίου της στην παγκόσμια αγορά.

Δημήτρης Μιχαρικόπουλος, Διευθυντής της εταιρείας Fortisis

Τα προσεχή χρόνια αναμένεται να δούμε και στη χώρα μας την αντικατάσταση των παλαιότερων συμβατικών οχημάτων με ηλεκτρικά και κυρίως την όλο και μεγαλύτερη διασύνδεση των μεταφορών και των μετακινήσεων με το ενεργειακό σύστημα, με τρόπο που θα συμβάλλει στην αειφορία και στην ενεργειακή αποδοτικότητα» υπογραμμίζει ο Δημήτρης Μιχαρικόπουλος, διευθυντής της εταιρείας Fortisis.

Σύσταση ενός ευρέος δικτύου φόρτισης
Για να γίνει η ηλεκτροκίνηση λειτουργική και περισσότερο δελεαστική για τους Έλληνες οδηγούς, θα πρέπει να συσταθεί ένα εκτεταμένο δίκτυο σημείων φόρτισης σε ολόκληρη την επικράτεια. Τα σημεία αυτά θα πρέπει να βρίσκονται τόσο στις κεντρικές οδικές αρτηρίες όσο και σε χώρους μαζικής συνάθροισης. Σύμφωνα με τους ειδικότερους στόχους που καθορίζονται στο Εθνικό Πλαίσιο Πολιτικής, μέχρι το 2025 θα συσταθούν 12.000 σημεία φόρτισης, ενώ το 2030 ο αριθμός τους θα ανέλθει στις 25.000. Το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών έχει ορίσει με σαφήνεια τις τεχνικές προδιαγραφές για τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, διευκολύνοντας τις επιχειρήσεις που θα αναλάβουν το έργο και επιταχύνοντας δραστικά την διαδικασία των αδειοδοτήσεων.

Η ραγδαία ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης έχει επιφέρει την εμφάνιση νέων σταθμών φόρτισης τόσο σε ιδιωτικούς χώρους, όπως σε εμπορικά κέντρα και super markets, αλλά και σε κοινόχρηστους, όπως σε δημόσια parkings. Πλέον, σχεδόν σε όλους τους Σταθμούς Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων (ΣΕΑ) υπάρχουν ταχυφορτιστές, παράλληλα με τους συμβατικούς των 22kw AC. Πρόσφατα, η ΔΕΗ blue εγκατέστησε στο εμπορικό πάρκο Top Parks της Trade Estates τον πρώτο ταχυφορτιστή ισχύος έως και 300 kW.

Ο εν λόγω ταχυφορτιστής έχει δύο θύρες φόρτισης τύπου CCS2 150 kW DC, με δυνατότητα ταυτόχρονης φόρτισης 2 οχημάτων. Ανάλογα με το μοντέλο και τον τύπου του οχήματος, μπορεί να ολοκληρώσει μία φόρτιση μέσα σε 18 λεπτά.

Η ΔΕΗ blue σχεδιάζει τη δημιουργία ενός δημόσιου δικτύου ταχυφορτιστών που θα εκτείνεται σε όλες τις περιοχές της Ελλάδος, θέτοντας σημαντικές βάσεις για τη θεμελίωση της ηλεκτροκίνησης στη χώρα.

Ευάγγελος Παπανδρέου, Business Development Manager, Αutomotive Solutions

Η καινοτομία και η υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία θα αποτελέσουν κινητήριοι μοχλοί για την εδραίωση της ηλεκτροκίνησης. Χαρακτηριστικά ο Ευάγγελος Παπανδρέου, Business Development Manager της Αutomotive Solutions, δηλώνει πως «στην Ελλάδα, τα βήματα για την υιοθέτηση της ηλεκτροκίνησης ήταν αργά, αλλά αναμένεται ότι η ραγδαία κλιμακούμενη ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο θα οδηγήσει την Ελλάδα στην κούρσα της ηλεκτροκίνησης.

Η Ελλάδα αναμένεται επίσης να προχωρήσει περαιτέρω με τη δημιουργία του νομικού πλαισίου για τη φόρτιση των ηλεκτρικών οχημάτων που πρόκειται να προκαλέσει νέες ευκαιρίες για επενδύσεις και να αυξήσει το ενδιαφέρον προς την ηλεκτρική κινητικότητα. Σε αυτή την αγορά δραστηριοποιείται η Automotive Solutions, μέλος του ομίλου Motor Oil, έχοντας τεχνογνωσία και πόρους που παίζουν σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό νέων καινοτόμων λύσεων στον τομέα του emobility και της μικροκινητικότητας».

Σπουδαία πρωτοβουλία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών είναι η δημιουργία ενός Μητρώου Υποδομών και Φορέων Αγοράς Ηλεκτροκίνησης, στο οποίο θα καταγράφονται όλες οι υποδομές επαναφόρτισης. Το Μητρώο θα παρέχει στους χρήστες των ηλεκτροκίνητων οχημάτων, στοιχεία όπως π.χ. τη διαθεσιμότητα των σημείων, την τρέχουσα κατάστασή τους, δηλαδή αν είναι ελεύθερο ή κατειλημμένο, καθώς και την τιμή και τον τρόπο πληρωμής.

Πρακτικές πράσινων οδοστρωμάτων
Στις μέρες μας, η οδοποιία προσπαθεί να γίνει πιο «πράσινη», χρησιμοποιώντας ανερχόμενες τεχνικές για τη μείωση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου των οδικών υποδομών. Οι κυριότερες από αυτές βασίζονται στον βιοκλιματικό σχεδιασμό, στην ανακύκλωση και στην επαναχρησιμοποίηση δομικών υλικών, καθώς και στη χρήση προϊόντων που είναι πιστοποιημένα για τον οικολογικό τους χαρακτήρα. Η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει επιφέρει αντικατάσταση των παραδοσιακών μεθόδων και έχει αναδείξει καινοτόμα υλικά, καθιστώντας τους αυτοκινητόδρομους πιο βιώσιμους. Οι αυτοκινητόδρομοι συχνά περνούν μέσα από δασικές εκτάσεις, βουνά, λόφους και άλλους φυσικούς σχηματισμούς, με αποτέλεσμα την καταστροφή ολόκληρων οικοσυστημάτων, την αποψίλωση των δασών, τη συμπίεση του εδάφους και την απώλεια μεγάλου μέρους της τοπικής χλωρίδας και πανίδας.

Μια περιβαλλοντικά συντηρητική προσέγγιση τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην εκτέλεση, μπορεί να αποτρέψει τέτοιου είδους φαινόμενα. Προτού εγκριθεί η κατασκευή ενός οδικού έργου, είναι κρίσιμο να υπάρξει μία εκτενής περιβαλλοντική μελέτη, η οποία θα ελέγχει αν πλήττονται σπάνια είδη ζωών και φυτών που ζουν στην υπό εξέταση περιοχή. Αν διαπιστωθεί κίνδυνος για το οικοσύστημα, τότε το έργο είναι απαραίτητο να επανασχεδιαστεί, ώστε να μειωθεί ο αρνητικός του αντίκτυπος στο περιβάλλον.

Η οικολογική ευαισθητοποίηση κατά τον σχεδιασμό, με τη θέσπιση αυστηρών περιβαλλοντικών κριτηρίων από την πλευρά της πολιτείας, αποτελεί την μόνη ουσιαστική μέθοδο για την αποτροπή ανεπανόρθωτων περιβαλλοντικών καταστροφών. Κατά την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων συχνά παράγεται τεράστιος όγκος οικοδομικών αποβλήτων, των οποίων η διαχείριση αποτελεί σημαντικό πρόβλημα.

Η σωστή διαχείριση των απορριμμάτων αποτελεί καίριο κομμάτι των πράσινων οδοστρωμάτων και κύρια υποχρέωση των κατασκευαστικών εταιρειών. Βάσει της πολιτικής αυτής θα πρέπει να αφαιρούνται από τη γύρω περιοχή του εργοταξίου οι κορμοί, τα κλαδιά των δένδρων, οι ογκόλιθοι και οι σπασμένοι λίθοι, να γίνεται πρόληψη της μόλυνσης των υπόγειων υδάτων, να ελαχιστοποιείται η ατμοσφαιρική ρύπανση με τη χρήση φιλικών προς το περιβάλλον μεθόδων καύσης για την παραγωγή ασφάλτου και τσιμέντου, καθώς και να γίνεται στο μέγιστο εφικτό βαθμό επαναχρησιμοποίηση των διαθέσιμων υλικών οδοποιίας.

Για τη δημιουργία πράσινων υποδομών οδικής διέλευσης, απαραίτητη είναι και η χρήση υλικών, στα οποία έχει αξιολογηθεί ο περιβαλλοντικός τους αντίκτυπος καθ’ όλο τον κύκλο ζωής τους. Η ύπαρξη πιστοποιήσεων εγγυάται τον οικολογικό χαρακτήρα ενός προϊόντος, ώστε να είναι ενήμεροι οι κατασκευαστές για τη φύση των υλικών που χρησιμοποιούν. Μία ευρέως διαδεδομένη πιστοποίηση στη βιομηχανία δομικών υλικών αποτελεί το Environmental Product Declaration (EPD), το οποίο αξιολογεί τη μέθοδο παραγωγής τους μέχρι και τον βαθμό ανακυκλωσιμότητάς τους. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι πολλοί χημικοί σταθεροποιητές του εδάφους, οι οποίοι προσφέρουν μεγαλύτερη αντοχή στους δρόμους, δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη τοπικής πανίδας και αποτελούν επικίνδυνοι ρύποι για το περιβάλλον. Οι κατασκευαστικές εταιρείες αρχίζουν, πλέον, και χρησιμοποιούν πιο οικολογικά προϊόντα, με εξίσου ικανοποιητικά αποτελέσματα.

«Στον Όμιλο ΗΡΑΚΛΗΣ, μόνιμη επιδίωξή μας είναι να προσφέρουμε εξειδικευμένες λύσεις που προσδίδουν προστιθέμενη αξία σε κάθε έργο και αλλάζουν την όψη της σύγχρονης Ελλάδας. Ειδικά για την κατασκευή των οδοστρωμάτων ο Όμιλος ΗΡΑΚΛΗΣ έχει αναπτύξει την προηγμένη πράσινη λύση «CBGM» (Cement Bound Granular Mixtures) ως υλικό οδοστρωσίας. Το CBGM είναι ένα ομοιογενές μίγμα θραυστού αμμοχάλικου κατάλληλης διαβάθμισης με τσιμέντο και νερό, το οποίο συμπυκνούμενο χρησιμοποιείται για την κατασκευή βάσεων και υποβάσεων οδοστρωμάτων.

Κατερίνα Βασιλείου, Key Accounts Manager, Όμιλος ΗΡΑΚΛΗΣ

Το τσιμέντο “χαμηλής ενέργειας – χαμηλής περιεκτικότητας σε κλίνκερ” που χρησιμοποιείται, σε συνδυασμό με δευτερογενή προϊόντα και παραπροϊόντα (ιπτάμενη τέφρα, σκωρία, ποζολάνη) συνεισφέρει περαιτέρω στην μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Το CBGM αποτελεί μια δυνητικά οικονομικά αποδοτικότερη και σίγουρα πιο βιώσιμη εναλλακτική λύση σε σχέση με την συμβατική κατασκευή βάσεων και υποβάσεων οδοστρωμάτων. Οι βιώσιμες λύσεις στην κατασκευή Υποβάσεων Οδοστρωμάτων και των Αυτοκινητόδρομων συνολικά ακολουθούν την αλλαγή όλων των υλικών για την αειφόρο ανάπτυξη των κατασκευών, χρησιμοποιώντας αποτελεσματικά τους φυσικούς πόρους, σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους» δηλώνει η Κατερίνα Βασιλείου, Key Accounts Manager του Ομίλου ΗΡΑΚΛΗΣ.

Μία ακόμη πρακτική που συντελεί στη βιώσιμη ανάπτυξη των οδικών υποδομών είναι η ανάκτηση υλικών, μέσω ειδικών μηχανημάτων συλλογής. Κατά αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αξιοποιηθεί η παλαιά άσφαλτος και να επαναχρησιμοποιηθεί με πρόσθετους ενισχυτικούς παράγοντες σε νέα έργα. Έτσι, περιορίζεται η ανάγκη κατασκευής νέας ασφάλτου στο ελάχιστο, μειώνοντας κατ’ επέκταση τη ρύπανση του αέρα και των υπόγειων υδάτων.