Ποια μέτρα θα πρέπει να ληφθούν για την προστασία της χώρας μας από τα ακραία πλημμυρικά φαινόμενα και ποιες προκλήσεις συναντώνται κατά την υλοποίηση των αντιπλημμυρικών έργων;

Πρόσφατες έρευνες καταγράφουν μια ξεκάθαρη και σημαντική αύξηση των ακραίων πλημμυρών στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της χώρας μας. Δεδομένων των πολύ ακραίων φαινομένων που έχει βιώσει η Ελλάδα την τελευταία δεκαετία, εύλογα οι πολίτες αλλά και οι αρχές αναζητούν λύσεις που μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τον κίνδυνο πλημμυρών.

Η επικρατούσα στρατηγική αντιπλημμυρικής προστασίας
Η αναζήτηση αυτή δεν είναι καινούρια. Εδώ και δεκαετίες μέσα από την εμπειρία σφοδρών καταστροφών και την δοκιμή πολλών διαφορετικών παρεμβάσεων, έχει κυριαρχήσει σταδιακά η αντίληψη της ανθεκτικότητας και της βιωσιμότητας των λύσεων, ενώ η επικρατούσα άποψη προτρέπει τις κοινωνίες να δώσουν περισσότερο χώρο στην απορροή του νερού, απομακρύνοντας υποδομές και δραστηριότητες από τις ζώνες κινδύνου πλημμυρών. Η στρατηγική αυτή επιλογή, παρά τα πλεονεκτήματά της, δεν είναι παντού εφαρμοστέα στην πράξη. Η συσσώρευση πολλών κοινωνικο-οικονομικών δραστηριοτήτων εντός των πλημμυρικών πεδίων, η συγκέντρωση πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η αύξηση της συχνότητας των ακραίων γεγονότων λόγω της κλιματικής κρίσης, καθιστούν απολύτως απαραίτητη την ταχύτατη ανάπτυξη ουσιαστικών παρεμβάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, εδώ και δεκαετίες, η ανάπτυξη παραδοσιακών έργων διευθέτησης των ποταμών (των λεγόμενων και «γκρίζων υποδομών») αποτελούν την πιο παραδοσιακή μορφή δομικών παρεμβάσεων που εστιάζουν κυρίως στην κάλυψη και τη διευθέτηση των κοιτών, στην προστασία από τη διάβρωση, και στην κατασκευή αγωγών, τοιχίων αντιστήριξης, και άλλων υδραυλικών έργων, που πράγματι έχουν συνεισφορά στην μείωση του κινδύνου.

Οι προκλήσεις στην υλοποίηση αντιπλημμυρικών έργων
Οι παρεμβάσεις όμως αυτές συνοδεύονται από σημαντικές προκλήσεις. Αρχικά τα έργα αυτά έχουν σημαντικό αποτέλεσμα μόνο όταν εντάσσονται στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού αντιπλημμυρικής προστασίας, και όχι στη λογική ενός μεμονωμένου έργου. Η συνθήκη αυτή δεν εξασφαλίζεται τις περισσότερες φορές, λόγω της πολυδιάσπασης φορέων και αρμοδιοτήτων και της έλλειψης συντονισμού στο πεδίο της αντιπλημμυρικής προστασίας. Επίσης, η κατασκευή τους συνοδεύεται από σημαντικό οικονομικό κόστος και από τεχνικές δυσκολίες, ενώ απαιτείται ένας εκτεταμένος χρόνος υλοποίησης.

Κατά το παρελθόν, λόγω των δυσκολιών αυτών, σε πολλές περιπτώσεις έχει προκριθεί η χρηματοδότηση άλλων τύπων υποδομών και δημόσιων έργων, που πιθανόν ήταν πιο αποτελεσματικά στο να εξασφαλίσουν την τέρψη των πολιτών βραχυπρόθεσμα ή να θεραπεύσουν άλλες ανάγκες, αλλά αφήναν την απειλή των πλημμυρών να ελλοχεύει. Ακόμα και στις περιπτώσεις που τελικά αναπτύχθηκαν αντιπλημμυρικά έργα, σήμερα μας απασχολεί η σταδιακή γήρανσή τους, αλλά και οι προδιαγραφές του σχεδιασμού τους, καθώς τα περισσότερα έχουν σχεδιαστεί να αντέχουν πλημμύρες περιόδου επαναφοράς 50 ή 100 ετών. Σήμερα αναλογιζόμενοι τη συχνότητα και τη σφοδρότητα των ακραίων φαινομένων θα επιθυμούσαμε να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε πλημμύρες 500 ή 1000 ετών και στο μεγάλο φορτίο φερτών υλικών που συνοδεύει τέτοια φαινόμενα. Και αυτή η επιλογή όμως, δεν είναι εύκολα υλοποιήσιμη δεδομένου του δυσθεώρητου κόστους που θα είχε η ανάπτυξη τόσο εκτεταμένων παρεμβάσεων σε κάθε περιοχή που κινδυνεύει στην επικράτεια. Συνυπολογίζοντας όλες αυτές τις προκλήσεις και διανύοντας μια περίοδο συνεχούς έξαρσης των ακραίων φαινομένων, είναι σαφές ότι η όποια λύση πρέπει να περιλαμβάνει τη χρήση όλων των εργαλείων που είναι στη διάθεσή μας σήμερα.

Προτάσεις για τον περιορισμό των καταστροφών
Στα ορεινά τμήματα των λεκανών απορροής, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να αναπτύσσονται έργα ανάσχεσης της ροής, τα οποία θα στοχεύουν να μειώνουν τον όγκο απορροής και τον όγκο φερτών υλικών. Τα έργα αυτά είναι ιδιαίτερα αποδοτικά διατηρώντας σχετικά μικρό κόστος, ενώ μπορούν να περιλαμβάνουν είτε παραδοσιακά φράγματα ανάσχεσης της ροής, είτε να είναι βασισμένα σε φυσικές μεθόδους (φύτευση δέντρων, λεκάνες ηρεμίας, κήπους βροχής, κανάλια αποστράγγισης, λίμνες, δεξαμενές κ.α.). Οι λύσεις που βασίζονται σε φυσικές μεθόδους (nature-based solutions) έχουν τεκμηριωθεί πολλαπλώς ως προς την αποδοτικότητά τους στην αντιπλημμυρική προστασία, ενώ έχουν και άλλα οφέλη (π.χ. μικρό κόστος συντήρησης). Έμφαση θα πρέπει βεβαίως να δοθεί και στην προστασία από δασικές πυρκαγιές, που ενισχύουν τα πλημμυρικά φαινόμενα, αλλά και στη διαχείριση των φερτών υλικών (π.χ. παγίδες ιζημάτων) που απορρέουν από τις καμένες εκτάσεις και πολύ συχνά οδηγούν σε αστοχίες (π.χ. φράξιμο αγωγών).

Παράλληλα, οι όποιες δομικές παρεμβάσεις επιλεγούν, είναι απαραίτητο να συνοδεύονται με συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, όπως για παράδειγμα το σύστημα αντιμετώπισης πλημμυρών των Η.Π.Α. “Flash Flood Guidance System”, το οποίο προειδοποιεί με πολύ μεγάλο ποσοστό επιτυχίας τον τόπο και τον χρόνο εκδήλωσης πλημμυρών. Η σωστή λειτουργία τέτοιων συστημάτων είναι κρίσιμη για την ενίσχυση της απαραίτητης ετοιμότητας αρχών και πολιτών στη λογική της επιχειρησιακής αξιοποίησης των μοντέλων πρόγνωσης σε ζωντανό χρόνο.

Επίσης, ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η συστηματική εκπαίδευση των στελεχών πολιτικής προστασίας και των πολιτών (με στοχευμένη εκπαίδευση σε ειδικές όπως άτομα με κινητικά προβλήματα, μαθητές, κ.α.). Τα προγράμματα εκπαίδευσης έχουν πολύ χαμηλό κόστος και μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας, στο πλαίσιο μιας σειράς ενισχύσεων και στο θεσμικό πλαίσιο της χώρας. Δεδομένων των προκλήσεων που καταγράφονται, την ευαισθησία της περιοχής της Μεσογείου στην Κλιματική Αλλαγή, μόνη βιώσιμη λύση φαίνεται να είναι το να διατηρήσουμε, ως μακροπρόθεσμη στρατηγική, τη σταδιακή απομάκρυνση της ανθρώπινης παρουσίας από τα πλημμυρικά πεδία, κατά το δυνατό. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο όμως είναι σαφές ότι οι επιλογές που θα γίνουν τα επόμενα χρόνια σε τοπικό και σε εθνικό επίπεδο θα είναι κρίσιμες για το μέλλον της αντιπλημμυρικής προστασίας.