Μιλώντας στο 1ο Συνέδριο real estate, το οποίο διοργάνωσε ο όμιλος REAL Group, ο Chair Advisory Board της RICS Greece, Ιωάννης Ξανθόπουλος, εξέφρασε τη γνώμη του πως στην Ελλάδα ακόμη δεν υπάρχει επαρκής σχεδιασμός ώστε οι πολίτες να εμπεδώσουν την ανάγκη στροφής σε πιο βιώσιμα κτίρια. «Σημαντικό κομμάτι της αειφορίας έχει να κάνει με τα ακίνητα. Στην κινούμενη άμμο που αποτελούν οι αλλαγές, οι οποίες κυρίως έρχονται από έξω, πρέπει να δούμε πώς εμείς μπορούμε να προσαρμόσουμε στην ελληνική πραγματικότητα και να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ατζέντα με τρόπο θετικό για την οικονομία και ευρύτερα για την ευημερία των πολιτών».

Ερωτηθείς εάν στην Ελλάδα έχουμε προσαρμοστεί στις αλλαγές που προϋποθέτει η αειφορία, ο κ. Ξανθόπουλος τόνισε: «Το έχουμε κάνει αυτό σε σημαντικό βαθμό, όχι απαραίτητα εθελοντικά – είναι αναγκαστικό να προσαρμοστούμε. Αυτό που μας λείπει, θεωρώ, είναι να προσαρμόσουμε ένα όραμα στην ελληνική πραγματικότητα και να το επανεξάγουμε ως δικό μας. Δηλαδή, σε βάθος πεντηκονταετίας θα πρέπει να ξέρουμε πού θέλουμε να είμαστε και πώς θέλουμε να είναι χτισμένη η πόλη μας και η επαρχία μας».

Έπειτα, υπογράμμισε πως «πρέπει να καταρτιστεί ένα σχέδιο, το οποίο, φοβάμαι, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο λειτουργίας ως κράτος, ώστε να γνωρίζουμε πού θέλουμε να πάμε. Αυτή τη στιγμή, νομίζω, δεν υπάρχει μια στρατηγική στην Ελλάδα η οποία θα προσαρμόσει τη νομοθεσία και το όραμα της Ευρώπης για το πού επιθυμούμε να είμαστε ως δομημένο περιβάλλον σε 50 χρόνια από σήμερα και δίχως αυτή θα δυσκολευτούμε (και εμείς ως ιδιωτική πρωτοβουλία) να έχουμε μια σαφή κατεύθυνση και ένα πλαίσιο του τι θέλουμε να δημιουργήσουμε».

Ο κ. Ξανθόπουλος ανέδειξε και το ζήτημα της ανάγκης όχι μόνο κατασκευής νέων βιώσιμων κτιρίων αλλά και αντικατάστασης ή αναβάθμισης των παλαιών: «Στην Ελλάδα παρατηρείται αλλαγή στη διάρθρωση της ζήτησης σε όλους τους κλάδους ακινήτων. Άλλαξε η διάρθρωση των νοικοκυριών ή το πώς θέλουμε να δουλεύουμε στα γραφεία μας (ειδικά μετά τον COVID-19), άρα θέλουμε διαφορετικά σπίτια και γραφεία. Πρέπει, λοιπόν, να βρούμε έναν τρόπο να παράξουμε ένα κτιριακό απόθεμα που θα ικανοποιεί αυτή τη ζήτηση. Πανευρωπαϊκά οι πόλεις μας είναι παλιές. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο όχι μόνο να κτίσουμε καινούργια κτίρια αλλά και να αντικαταστήσουμε τα παλιά».

Τέλος, ο κ. Ξανθόπουλος στάθηκε και στα προβλήματα που συναντώνται στην «πράσινη» αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος: «Ο ρυθμός αντικατάστασης των κτιρίων έπεσε δραματικά, ειδικά με την κρίση κι είμαστε πάρα πολύ πίσω. Υπάρχει, έτσι, πάρα πολύ μεγάλο κενό μεταξύ του κόστους του πιστοποιημένου, πράσινου, αειφόρου καινούργιου κτιρίου και του παλιού – δεν υπάρχει αρκετή προσφορά αειφόρων κτιρίων και γι’ αυτό πληρώνονται ακριβά. Ακόμη, στην Ελλάδα η χωροταξία πλήττεται από την πολυϊδιοκτησία. Για τον λόγο αυτό, μεγάλο μέρος του αποθέματος δεν μπορεί να αναβαθμιστεί ενεργειακά ή με όρους αειφορίας».


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter Build