Σε μονόδρομο αναδεικνύεται η υιοθέτηση των κριτηρίων ESG από τις εταιρείες των κατασκευών. Ήδη, οι εκπρόσωποι του κλάδου έχουν επενδύσει με ιδιαίτερη προσήλωση στον περιβαλλοντικό πυλώνα τομέα με πρωτοβουλίες, οι οποίες εναρμονίζονται με την ευρωπαϊκή «Πράσινη Συμφωνία». Και συνεχίζουν.

Κάθε χρόνο, σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικοί σχολιάζουν ότι το διακύβευμα για την υιοθέτηση των κριτηρίων ESG από το σύνολο των εταιρειών όλων των κλάδων «δεν ήταν ποτέ υψηλότερο».
Ειδικά στον κατασκευαστικό κλάδο, οι εταιρείες έχουν ενσωματώσει τις αρχές των ESGs στον στρατηγικό σχεδιασμό και στη λειτουργία τους, επιβεβαιώνει η Deloitte, ενώ, παράλληλα, αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερο έλεγχο στις σχετικές επιδόσεις τους. Για να παραμείνουν ανταγωνιστικές και στο πλαίσιο της δέσμευσής τους για έναν καλύτερο κόσμο, οι κατασκευαστικές εταιρείες και τα projects τους οφείλουν να δίνουν προτεραιότητα και να καινοτομούν αναφορικά με το πώς προσδιορίζουν, σχεδιάζουν, υλοποιούν και αποδεικνύουν τις στρατηγικές τους για το ESG, οι οποίες όχι μόνο θα συμμορφώνονται με τις κανονιστικές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις των επενδυτών, αλλά και κομίζουν οφέλη προς τις κοινωνίες στις οποίες δραστηριοποιούνται, υπογραμμίζει η ίδια πηγή.

Μάλιστα, παρατηρεί ότι, για να υιοθετηθούν και να εξελιχθούν τα ESGs στο πλαίσιο του industry, βελτιώνοντας τις επιδόσεις του τόσο στο περιβάλλον, όσο και στην κοινωνία και το ανθρώπινο δυναμικό, οι οργανισμοί θα πρέπει να εστιάσουν στην εξομοίωση (standardization) και στο commoditization στις μετρήσεις, στην ενσωμάτωσή τους από τα πολύ πρώιμα στάδια του σχεδιασμού, καθώς και στο wellbeing των ανθρώπων τους. Εξάλλου, πληθαίνουν, διαρκώς και από πολλαπλές κατευθύνσεις, οι φωνές που καλούν τον κατασκευαστικό κλάδο να δράσει, αναφέρει η εξηγεί η Allianz Global Corporate & Specialty (AGCS). Και αυτό διότι, σύμφωνα με την DLA Piper, ο κλάδος αυτός επιφέρει τεράστιες επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Οφείλει, λοιπόν, να συνεισφέρει το μέγιστο δυνατόν στην παγκόσμια θερμοκρασία, καθώς παράγει 30% του συνολικού ποσού των αερίων του θερμοκηπίου στον κόσμο και καταναλώνει έως και 50% των παγκόσμιων φυσικών πόρων.

«Στα επόμενα χρόνια, οι αξιολογήσεις χρηματοδοτήσεων θα εξετάζουν κατά πόσο οι επιχειρήσεις εναρμονίζονται με τα κριτήρια ESG, προκειμένου να επιτυγχάνονται πιο βιώσιμες επενδύσεις, με θετικό αντίκτυπο τόσο στο περιβάλλον όσο και στην κοινωνία», παρατηρεί ο Γιώργος Τσαπρούνης, Γενικός Διευθυντής Επικοινωνίας της Intrakat.

«Οι “ευαίσθητες” εταιρείες πιο ανθεκτικές και αξιόπιστες»
Αλλά και στη χώρα μας, η ενσωμάτωση των κριτηρίων ESG λειτουργεί πλέον ως καταλύτης, με τους επενδυτές να μελετούν προσεκτικά τις επιχειρηματικές κινήσεις τους. Επίσης και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο δείκτης ESG είναι όλο και πιο σημαντικός στον τομέα των χρηματοδοτήσεων, πράγμα το οποίο σημαίνει πως, στο πεδίο των κατασκευών, όπου διακινούνται δισεκατομμύρια επενδύσεων για υποδομές και κτίρια, η υλοποίησή τους θα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την κάλυψη των κριτηρίων αυτών. «Παρ’ όλο που ορισμένες εταιρείες αντιμετωπίζουν προκλήσεις ως προς την κατανόηση του ESG, τον αντίκτυπό του και την ενσωμάτωσή του στη λειτουργία τους, τράπεζες και επενδυτές στρέφονται σε επιχειρήσεις που είναι φιλικές προς το περιβάλλον και πιο ευαίσθητες κοινωνικά, καθώς θεωρούνται πιο ανθεκτικές και περισσότερο αξιόπιστες», σχολιάζει ο Γιώργος Τσαπρούνης. Προσθέτει δε ότι, «παρά τις δυσκολίες, οι επενδυτές δείχνουν πρόθυμοι να στραφούν στις βιώσιμες επενδύσεις, επιδιώκοντας να αναλάβουν δεσμεύσεις που σχετίζονται με εταιρείες που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους το ESG».

Το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο ενισχύει τις ESG πρακτικές
Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι, και σε επίπεδο εισηγμένων, δόθηκε πρόσφατα η εκκίνηση του νέου Δείκτη Athex ESG, ο οποίος παρακολουθεί τη χρηματιστηριακή απόδοση των εισηγμένων εταιρειών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που υιοθετούν και προβάλουν τις πρακτικές τους σε θέματα ESG. Στην Ελλάδα, η προώθηση πρακτικών ESG από τις επιχειρήσεις πρέπει να ενισχυθεί συνολικά και να δοθεί έμφαση στα σημαντικά οφέλη -επιχειρηματικά και οικονομικά-, δήλωσε πρόσφατα, σε συνέντευξή του στη Lifo, ο Νίκος Αυλώνας, Πρόεδρος του Κέντρου Αειφορίας (CSE) και Καθηγητής του University of Illinois στο Σικάγο. Για να αλλάξει, όμως, το επιχειρηματικό μοντέλο και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, πρόσθεσε, είναι απαραίτητη η ενεργή συνδρομή της πολιτείας με παροχή κινήτρων και διευκολύνσεων. Βρίσκει, ωστόσο, ενθαρρυντικό το γεγονός ότι, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα ESG του Κέντρου Αειφορίας, η οποία αξιολόγησε 110 ελληνικές εταιρείες που την περίοδο 2019-2020 (έως τον Ιούλιο 2021) εξέδωσαν Έκθεση Βιώσιμης Ανάπτυξης-ESG, καταγράφηκε αύξηση 22% στην έκδοσή τους, σε σχέση με την περίοδο 2018-2019, δηλαδή αύξηση 340% τη δεκαετία 2010-2020.

Ρόη Κωνσταντάρου, Διευθύντρια Ποιότητας, Ασφάλειας, Υγείας, Περιβάλλοντος & Βιώσιμης Ανάπτυξης, Όμιλος ΑΒΑΞ
«Οι εταιρείες πρέπει να εφαρμόσουν πιο αυστηρές πολιτικές και να θέσουν πιο υψηλούς στόχους για την εξοικονόμηση ενέργειας και φυσικών πόρων».

«Θεωρώ ότι ο στόχος της υιοθέτησης κοινών κριτηρίων και μεθόδων αξιολόγησης βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο επίτευξης, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι, εδώ και αρκετά χρόνια, υπάρχουν τα GRI Standards, βάσει των οποίων δημοσιεύουν τους απολογισμούς τους όλες σχεδόν οι επιχειρήσεις. Επιπλέον, από το 2021, έχουμε τον ESG δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ο οποίος έχει θέσει κοινά κριτήρια αξιολόγησης των επιδόσεων ESG για τις επιχειρήσεις», σχολιάζει η Ρόη Κωνσταντάρου, Διευθύντρια Ποιότητας, Ασφάλειας, Υγείας, Περιβάλλοντος & Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ομίλου ΑΒΑΞ. «Όσο για τους επενδυτές, θα έλεγα πως η ύπαρξη των κριτηρίων και του δείκτη ESG περισσότερο τους θωρακίζει από επισφαλείς επενδύσεις και τους βοηθά να κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους σε εταιρείες που λειτουργούν με βάση τα νέα δεδομένα μέσα στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης. Είμαι σίγουρη πως ενδιαφέρονται περισσότερο να επενδύσουν σε εταιρείες που όχι μόνο δεν θα επηρεαστούν, αλλά, μέσω των δραστηριοτήτων τους, θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής», υπογραμμίζει η ίδια.

«Άξονας» σταθερότητας οι εκθέσεις βιώσιμης ανάπτυξης
Το καίριο βήμα προς την υιοθέτηση των πανευρωπαϊκών και διεθνών κανονισμών οι οποίοι σχετίζονται με την υιοθέτηση των ESG, πραγματοποιούν οι εταιρείες του κατασκευαστικού κλάδου, δίνοντας, για το περασμένο έτος, στη δημοσιότητα τις Εκθέσεις Βιώσιμης Ανάπτυξής τους. Πρόκειται, άλλωστε, για μια ευκαιρία να γνωστοποιήσουν προς όλες τις κατευθύνσεις τη λίστα των ενεργειών τους, αλλά και την ευθυγράμμισή τους με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και την ενσωμάτωσή τους στο επιχειρησιακό αναπτυξιακό μοντέλο τους. Ενδεικτικά, ο όμιλος Ελλάκτωρ, με οδηγό το όραμα της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης και παρά την ενεργειακή και οικονομική κρίση, συμβάδισε με τους περιβαλλοντικούς στόχους της Ευρώπης και της χώρας για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας και προχώρησε σε αλλαγές στην εσωτερική δομή και επιχειρησιακή του λειτουργία, για τη δημιουργία ενός νέου, βιώσιμου αναπτυξιακού μοντέλου.

Ο όμιλος Τιτάν παρουσίασε, αντίστοιχα, τις ισχυρές επιδόσεις ESG και τα ορόσημα της χρονιάς, εστιάζοντας στις ελληνικές δραστηριότητες για το 2021, με σκοπό τη δημιουργία βιώσιμης και μακροπρόθεσμης αξίας για τους συμμετόχους του.

Όσο για τον Όμιλο Ηρακλής παρουσίασε, για πρώτη φορά, την Έκθεση «Προτεραιότητα στην κοινωνία», βασισμένη σε μελέτη του Τμήματος Υπηρεσιών Κλιματικής Αλλαγής και Βιώσιμης Ανάπτυξης της EY Ελλάδος. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα αποτελέσματα, την τριετία 2018-2020, η συνολική συνεισφορά του ομίλου σε προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία εκτιμήθηκε σε 681 εκατ. ευρώ, με τον μέσο όρο να αντιστοιχεί στο 0,13% του ΑΕΠ της χώρας.

Προτεραιότητα η απανθρακοποίηση και το Green Deal
Οι εξελίξεις στην Ουκρανία, ο αυξανόμενος πληθωρισμός και η ενεργειακή κρίση προκάλεσαν ένα ντόμινο αναταράξεων που -ειδικά στον κατασκευαστικό κλάδο- είχαν άμεσο αντίκτυπο στις τιμές των καυσίμων, στα μεταφορικά κόστη και στην ευρύτερη εφοδιαστική αλυσίδα.

«Η αύξηση των ποσοτικών στόχων που σχετίζονται με τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και η εξοικονόμηση καυσίμων αποτελούν σημαντικό αντίμετρο, αλλά όχι τόσο αποδοτικό, όσο η σωστή προετοιμασία, η μακροχρόνια εμπειρία και η διευρυμένη τεχνογνωσία σε υφιστάμενα και καινοτόμα υλικά που αποτελούν εχέγγυα για τη βέλτιστη δυνατή εξοικονόμηση ενέργειας στην πορεία μιας εταιρείας προς την πράσινη ανάπτυξη», περιγράφει η Ρόη Κωνσταντάρου.

Από την πλευρά του, ο Γιώργος Τσαπρούνης επισημαίνει ότι όπως η κλιματική αλλαγή επηρεάζει το επιχειρηματικό περιβάλλον, έτσι και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει οδηγήσει σε αύξηση του ενεργειακό κόστος, εκτοξεύοντας τις τιμές σε όλο σχεδόν το φάσμα της οικονομίας.

«Ο διψήφιος πληθωρισμός πιστοποιεί το μέγεθος του προβλήματος. Οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς και οι ελλείψεις και ανατιμήσεις των πρώτων υλών, επέφεραν πρόσθετα κόστη, οι οποίες -προκειμένου να ανταποκριθούν στις προκλήσεις- θα πρέπει να συμπεριλάβουν το ESG στη στρατηγική τους, προσαρμοζόμενες στις ανάγκες της εποχής», εξηγεί. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ότι οι 17 Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, οι αποφάσεις της ΕΕ για την «Πράσινη Συμφωνία» και τη μετάβαση σε μία οικονομία χωρίς άνθρακα ως το 2030 θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα.

Γιώργος Τσαπρούνης, Γενικός Διευθυντής Επικοινωνίας, Intrakat
«Οι περισσότερες επιχειρήσεις εργάζονται προς τη μείωση του ενεργειακού τους αποτυπώματος, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στα περιβαλλοντικά κριτήρια. Ωστόσο, τα κοινωνικά κριτήρια και τα θέματα εταιρικής διακυβέρνησης είναι υψίστης σημασίας».

«Το περιβάλλον δεν αποτελεί τον μόνο δείκτη βιώσιμης ανάπτυξης»
Στο πλαίσιο του Green Deal, το «Ε» είναι ο κατεξοχήν πυλώνας που έρχεται πρώτος στις προτεραιότητες του κλάδου διεθνώς. Τι γίνεται, όπως, με τους κρίσιμους πυλώνες «S» και «G»; Όπως αναφέρει ο Γιώργος Τσαπρούνης, οι επιχειρήσεις του κατασκευαστικού κλάδου ενσωματώνουν το ESG στη στρατηγική τους, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα και εφαρμόζοντας πρακτικές για τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων που μπορεί να προκληθούν από την οικονομική δραστηριότητα σε κοινωνίες και περιβάλλον. «Η ανθεκτικότητα των υποδομών και των κατασκευών, η ασφάλεια και η προστασία του πληθυσμού, αλλά και η κάλυψη των μελλοντικών αναγκών και προσδοκιών των πελατών αποτελούν και θα πρέπει να αποτελούν, βασική προτεραιότητα για τις εταιρείες, οι οποίες θα πρέπει να εστιάσουν περαιτέρω στην επίτευξη ποσοτικών στόχων που αφορούν στην κλιματική αλλαγή και τη βιωσιμότητα», σημειώνει.

Όσο για τη Ρόη Κωνσταντάρου, επιβεβαιώνει ότι -και στη χώρα μας- το περιβάλλον έρχεται πρώτο στις προτεραιότητες των επιχειρήσεων. «Όμως από μόνο του το περιβάλλον δεν αποτελεί τον μόνο δείκτη στον δρόμο προς τη βιώσιμη ανάπτυξη. Και αυτό γιατί η εταιρική ανάπτυξη επηρεάζεται άμεσα τόσο από την κοινωνία μέσα στην οποία λειτουργεί και αναπτύσσεται, όσο και από τη στρατηγική εταιρικής διακυβέρνησης που -και αυτή με τη σειρά της- θα πρέπει να διαμορφώνεται με γνώμονα τους προηγούμενους δύο πυλώνες, αυτούς του περιβάλλοντος και της κοινωνίας», σημειώνει η ίδια.