Την καινοτομία, την αειφορία και την επιτελεστικότητα στα δομικά παρουσίασε ως λύσεις αντιμετώπισης της ενεργειακής και της οικονομικής κρίσης η Αντωνία Μοροπούλου, Ομότιμη Καθηγήτρια της Σχολής Χημικών Μηχανικών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στο πλαίσιο της συμμετοχής της στο Building Materials Forum που συνδιοργάνωσαν η BOUSSIAS και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος.
Παρουσιάζοντας την τρέχουσα κατάσταση στην αγορά δομικών υλικών της Ελλάδας, επεσήμανε ότι, με βάση τα στοιχεία του 2020, υπήρχαν 15 εταιρείες δομικών υλικών με κύκλο εργασιών άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ, οι 12 εκ των οποίων ήταν κερδοφόρες, ενώ αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε ορισμένες από αυτές (Τιτάν, Elval, Isomat, Ηρακλής, Alumil, Σιδενόρ, Knauf, Mytilineos, Σωληνουργεία Κορίνθου) που είναι ανταγωνιστικές διεθνώς, έχοντας παραγωγή στην Ελλάδα και εξαγωγές σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο.

Μίλησε ακόμα για το βαθύ πλήγμα που υπέστη σε απόλυτους αριθμούς απασχόλησης ο κλάδος της κατασκευής από την οικονομική κρίση, από το 2010 και μετά, ένα πλήγμα που ήταν ισχυρότερο σε σχέση με άλλους κλάδους, ενώ στάθηκε και στην κατάσταση του δομημένου περιβάλλοντος στη χώρα μας. Όπως εξήγησε, το σύγχρονο δομημένο περιβάλλον είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα οικοδομικής δραστηριότητας που ξεκίνησε την περίοδο του μεσοπολέμου, ενώ η δόμηση εντατικοποιήθηκε μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν επήλθε η αστική, βιομηχανική και τεχνολογική μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας.

Ωστόσο, περίπου 70 χρόνια μετά, μεγάλο ποσοστό του δομημένου περιβάλλοντος, ιδιαίτερα από οπλισμένο σκυρόδεμα, έχει πλέον υπερβεί τον χρόνο ζωής του. Η κρίση του τέλους του χρόνου ζωής του δομημένου περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων ιστορικών και σύγχρονων κατασκευών και υποδομών, έχει σημαντικές κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη: εκτιμάται ότι περίπου το 40% των κατασκευαστικών έργων στην Ευρώπη αφορούν σε επισκευές κτιρίων, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο.

Οι προκλήσεις του αυξημένου κόστους
Η κ. Μοροπούλου αναφέρθηκε αναλυτικά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η παραγωγή, η εφαρμογή και η διάθεση δομικών υλικών, με κυριότερο την αύξηση των τιμών στα τιμολόγια ενέργειας, που ανεβάζουν έως και κατά 40% τις τιμές των πρώτων υλών και των ενδιάμεσων προϊόντων, αυξάνουν τα κόστη παραγωγής και μεταφοράς, και εν τέλει οδηγούν σε μείωση των εξαγωγών και επιδρούν αρνητικά στον κλάδο της κατασκευής.
Ήδη, το κόστος κατασκευής έχει αυξηθεί σημαντικότατα σε σχέση με τις πρόσφατα περιορισμένα αναθεωρημένες τιμές μονάδων στα δημόσια έργα, με αποτέλεσμα να προκαλείται κίνδυνος για την ολοκλήρωση των έργων, τη βιωσιμότητα των εργοληπτικών επιχειρήσεων, τη σταθερότητα του κλάδου γενικότερα, την απώλεια κονδυλίων και τη διακοπή υλοποίησης των έργων.

Το στοίχημα της μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος
Όμως την ίδια στιγμή, πρόκληση αποτελεί η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και της ενεργειακής κατανάλωσης στην παραγωγή και εφαρμογή δομικών υλικών. Για να υπάρξουν βελτιώσεις σε αυτόν τον τομέα, η κ. Μοροπούλου αναφέρθηκε στους εξής παράγοντες:

  • – Οικολογική και περιβαλλοντικά φιλική παραγωγή και χρήση του σκυροδέματος: Παραγωγή σκυροδέματος με λιγότερη κατανάλωση ενέργειας (μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, αντικατάσταση του τσιμέντου με ιπτάμενη τέφρα, πυριτική παιπάλη, ποζολάνη, αύξηση της ανθεκτικότητας του σκυροδέματος), παραγωγή τσιμέντου με λιγότερη ρύπανση, παραγωγή σκυροδέματος από υλικά κατεδαφίσεων ή παραγωγών βιομηχανιών ως αδρανών.
  • – Αύξηση του χρόνου ζωής των κατασκευών με στόχο τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, με χρήση νανοϋλικών στη μάζα του σκυροδέματος, με προστασία του σιδηροπλισμού των κατασκευών από σκυρόδεμα και με προστατευτικά μάζας σκυροδέματος και σιδηροπλισμού.
  • – Σύμμεικτη χρήση παραδοσιακών και σύγχρονων δομικών υλικών, βιοκλιματική αρχιτεκτονική, εξοικονόμηση ενέργειας στα κελύφη.