Το υπόγειο έργο είναι ένα σύνθετο σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει το κύριο δόμημα, τα μόνιμα στοιχεία της κατασκευής αντιστήριξης και υποστήριξης και το περιβάλλον έδαφος, στην έκταση όπου η αρχική εντατική του κατάσταση αλλοιώνεται από την αλληλεπίδραση του με τα δομήματα.

Για την ανάλυση και διαστασιολόγησή του προσφέρονται σήμερα εξαιρετικά αναπτυγμένες θεωρητικές μέθοδοι. Η υπολογιστική εφαρμογή τους εξυπηρετείται από εξελιγμένα λογισμικά, ικανά να λάβουν υπ΄ όψιν, αφενός οποιαδήποτε γεωμετρική μορφολογία, αφ΄ ετέρου κάθε ιδιομορφία της συμπεριφοράς των υλικών, από την απλή γραμμική ελαστική, μέχρι και την μη γραμμική, την πλαστική και τη θραύση. Η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων εξαρτάται, αφ΄ ενός από την πιστή γεωμετρική προσομοίωση, αφ΄ ετέρου από την ακριβή εκτίμηση των χαρακτηριστικών τιμών των μηχανικών ιδιοτήτων των υλικών. Για τα υλικά των δομημάτων οι τιμές αυτές προσδιορίζονται με σαφήνεια στα πρότυπα παραγωγής των.

Τα εδαφικά υλικά δεν δεσμεύονται από πρότυπα, με αποτέλεσμα η ακρίβεια των τιμών να εξαρτάται αποκλειστικά από την εύστοχη εκτέλεση και αξιολόγηση της γεωτεχνικής έρευνας. Η χρήση των δεδομένων αυτών θα ήταν υπερεπαρκής για τον επιτυχή ασφαλή και οικονομικότερο σχεδιασμό ενός υπόγειου έργου, αν δεν μεσολαβούσαν άστοχες κανονιστικές παρεμβάσεις και εθιμικά καθιερωμένες νομικές παραβάσεις, οι οποίες τον αποπροσανατολίζουν από τους κύριους στόχους του, με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη υπέρμετρη αύξηση του κόστους κατασκευής, έναντι μίας περιττής υπερασφάλειας. Η αποτροπή αυτών των ανεπιθύμητων συνεπειών καθιστά αναγκαία μία πιο αναλυτικά ανασκόπηση αυτών των αποκλίσεων.

Ευρωκώδικας ΕΝ1997 – Γεωτεχνικός Σχεδιασμός και Εθνικό Προσάρτημα
Στη μελέτη και στην κατασκευή των τεχνικών έργων εφαρμόζονται οι διατάξεις δέκα Ευρωκωδίκων, των ΕΝ1990 μέχρι ΕΝ1999. Οι επτά περιλαμβάνουν εξειδικευμένες διατάξεις για επτά διακριτές κατηγορίες έργων. Οι διατάξεις των υπόλοιπων τριών ΕΝ1990, ΕΝ1991 και ΕΝ1998 έχουν γενική ισχύ για όλες τις κατηγορίες. Ειδικά ο ΕΝ1990 προδιαγράφει τις Γενικές Αρχές Σχεδιασμού, οι οποίες θα πρέπει να ακολουθούνται από όλους τους Ευρωκώδικες. Ο κύριος ενιαίος κανόνας καθορίζει ότι τα αποτελέσματα των δράσεων Ed να είναι μικρότερα ή ίσα από τις αντίστοιχες αντοχές Rd, όπου τα Ed και Rd προκύπτουν για τις τιμές σχεδιασμού δράσεων και μηχανικών χαρακτηριστικών, οι οποίες καθορίζονται για την εξεταζόμενη οριακή κατάσταση στους αντίστοιχους Ευρωκώδικες. Ο ενιαίος κανόνας εφαρμόζεται στους έξη από τους επτά εξειδικευμένους, με εξαίρεση τον ΕΝ1977, ο οποίος αφορά τον γεωτεχνικό σχεδιασμό, και προδιαγράφει ένα αλλοπρόσαλλο σύνολο από τρεις τρόπους ανάλυσης, οι οποίοι περιέχουν έξη διαφορετικούς συνδυασμούς τιμών σχεδιασμού, αλλά ταυτόχρονα και χαρακτηριστικών, με την εμπλοκή δύο επί πλέον γενικών συντελεστών ασφάλειας γΕ για τις δράσεις και γR για τις αντοχές.

Παράλληλα δίνει τη δυνατότητα στα εθνικά προσαρτήματα να επιλέξουν έναν από τους έξη συνδυασμούς, πράγμα που υποδηλώνει ότι τους θεωρεί ισοδύναμους, φυσικά και με τον ενιαίο κανόνα, ο οποίος περιλαμβάνεται στους έξη προτεινόμενους. Το ελληνικό εθνικό προσάρτημα πλειοδότησε εκλέγοντας δύο, αντί του ενός, συνδυασμούς κατά τρόπο παράδοξο. Για τα αμιγώς γεωτεχνικά έργα (επιχώματα, πρανή, εκσκαφές) υιοθέτησε μία απλοποιημένη παραλλαγή του ενιαίου κανόνα.
Όμως για τα γεωτεχνικά έργα, τα οποία συνδυάζονται με δομήματα, υιοθέτησε έναν από τους πλέον πολύπλοκους συνδυασμούς, καθιστώντας εξ ίσου πολύπλοκη την ανάλυση και διαστασιολόγηση, δεδομένου ότι για το δομικό τμήμα απαιτείται η παράλληλη εφαρμογή του ενιαίου κανόνα, όπως επιβάλλει ο αντίστοιχος προς το είδος του Ευρωκώδικα, στην προκειμένη περίπτωση του σκυροδέματος. Η προβαλλόμενη αιτιολογία της μεταβλητότητας των εδαφικών παραμέτρων λόγω πλαστικής συμπεριφοράς, είναι ελάχιστα πειστική. Αφ΄ ενός οι σταθερές τιμές των εισαγόμενων συντελεστών κάθε άλλο παρά μεταβλητότητα απεικονίζουν. Αφ΄ ετέρου η σύγχρονη αντίληψη σχεδιασμού αποδέχεται τη δημιουργία τοπικών πλαστικών ζωνών στο περιβάλλον έδαφος στην κατάσταση λειτουργικότητας δεδομένου ότι με τις σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης ελέγχεται επαρκώς η επίπτωσή τους στην ολική ευστάθεια και στο περιβάλλον, κυρίως στα μεγέθη των προκαλούμενων επιφανειακών καθιζήσεων.

Στην πραγματικότητα υποκρύπτεται η προσπάθεια να προκύψει τελικά η τιμή του ενιαίου συντελεστή ασφαλείας που καθορίζεται, είτε από προγενέστερους κανονισμούς, είτε εθιμικά. Σε αντίθεση με την επιδίωξη των Ευρωκωδίκων για μία ορθολογική εκτίμηση της ασφάλειας, μέσω της καινοτόμου εισαγωγής των μερικών, αντί του ενιαίου συντελεστή ασφαλείας. Για τους λόγους αυτούς είναι άμεση η ανάγκη υιοθέτησης του ενιαίου κανόνα για όλες τις περιπτώσεις από το εθνικό προσάρτημα, ώστε να απαλλαγούν οι μελέτες από την πολυπλοκότητα περιττών πρόσθετων συνδυασμών φορτίσεων, οι οποίες περιορίζουν την ευχερή εποπτεία των αποτελεσμάτων χωρίς σοβαρό λόγο. Και ας μη θεωρηθεί ήσσονος σημασίας η ανάγκη εκτύπωσης κάποιων χιλιάδων πρόσθετων άχρηστων σελίδων, εις βάρος του πανανθρώπινου στόχου για τον περιορισμό της αποψίλωσης των δασών, για όσο χρόνο η βραδύτητα προσαρμογής στις δυνατότητες της ψηφιακής εποχής θα συμβάλει στην επιβίωση της πανάρχαιας απαίτησης για την υποβολή πολλαπλών έντυπων αντιγράφων της μελέτης.

Ειδικές Προδιαγραφές Μελετών Έργων
Οι ειδικές προδιαγραφές για την μελέτη ενός έργου είναι εξαιρετικά χρήσιμες όταν καθορίζουν κανόνες για κάποιες ιδιομορφίες του, οι οποίες δεν καλύπτονται από τους υφιστάμενους κανονισμούς. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι οι ειδικοί αυτοί κανόνες εναρμονίζονται κατά το δυνατόν με τις θεμελιώδεις αρχές των κανονισμών. Γενικά οι διατάξεις των κανονισμών είναι αρκετά αυστηρές, ώστε η πιστή εφαρμογή τους να εγγυάται την απαιτούμενη ασφάλεια και να μην απαιτούνται μη προβλεπόμενες σ΄ αυτούς πρόσθετες δεσμεύσεις όπως π.χ. ελάχιστες διαστάσεις διατομών φερόντων στοιχείων, οπλισμοί πέραν των απαιτούμενων από τη διαστασιολόγηση κλπ. Πιο σοβαρή είναι η επιβάρυνση του κόστους κατασκευής που επιφέρει η σύγχυση από τη χρήση του όρου «προσωρινή» για τις κατασκευές αντιστήριξης και υποστήριξης, ο οποίος προσδιορίζει αποκλειστικά το σκοπό τους και δεν σχετίζεται με την ανθεκτικότητά τους στο χρόνο, η οποία ταυτίζεται με την αντίστοιχη του κυρίου δομήματος.

Οι φρεατοπάσσαλοι και τα διαφράγματα κατασκευάζονται με τις ίδιες επικαλύψεις οπλισμών των αντίστοιχων για τις μόνιμες θεμελιώσεις κτηρίων και γεφυρών. Όσο για το εκτοξευόμενο σκυρόδεμα των τοιχείων και των κυλινδρικών κελυφών υποστήριξης της εκσκαφής σηράγγων, αρκεί να θυμηθούμε ότι η πρώτη του χρήση στις κατασκευές ήταν ως υλικού στεγάνωσης, οφειλόμενης στην υψηλή συμπύκνωση και στη διπλάσια σχεδόν περιεκτικότητά του σε τσιμέντο, σε σχέση με το σύνηθες σκυρόδεμα, η οποία επιβάλλεται από την ανάμειξή του με λεπτόκοκκα αδρανή, με αποτέλεσμα να παρέχει την απαιτούμενη προστασία του οπλισμού έναντι διάβρωσης. Στην περίπτωση που προδιαγράφεται η αγνόηση της διαρκούς παρουσίας τους και της συμμετοχής τους στο προσομοιώμα, η ανάλυση και η διαστασιολόγηση εκπονούνται για ένα φανταστικό δόμημα, αντί του πραγματικού, με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη σοβαρή επιβάρυνση του κόστους του έργου για πολύ συγκεκριμένους λόγους.

Τα περιμετρικά τοιχώματα των δομημάτων και η τελική επένδυση των σηράγγων εμφανίζονται να παραλαμβάνουν το σύνολο των οριζόντιων και κατακόρυφων φορτίων του εδάφους, με αποτέλεσμα την ανάγκη υπερβολικής αύξησης του πάχους και των οπλισμών, ενώ στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο μέρος παραλαμβάνεται από τα στοιχεία της αντιστήριξης και υποστήριξης, με την εξαίρεση των παθητικών και προεντεταμένων αγκυρίων, τα οποία είναι εκτεθειμένα στο διαβρωτικό περιβάλλον.

Για την αντίσταση στις πιέσεις άνωσης από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα συχνά προδιαγράφεται να λαμβάνονται υπ΄ όψιν μόνο τα μόνιμα κατακόρυφα φορτία του δομήματος και να αγνοείται η συμβολή του ίδιου βάρους της κατασκευής αντιστήριξης και η αντίσταση των πλευρικών τριβών των μελών της σε εξόλκευση, η οποία εξασφαλίζεται με την απλή σύνδεση του φορέα της ανώτερης στάθμης του δομήματος με τον περιμετρικό κεφαλόδεσμο των πασσάλων. Σε πολυόροφα υπόγεια έργα μεγάλου βάθους και ισχυρή άνωση, το απαιτούμενο μόνιμο φορτίο της αντίστασης επιβάλλει μεγάλα πάχη της τάξεως του ενός μέτρου για τα περιμετρικά τοιχώματα και των δύο μέτρων για την πλάκα θεμελίωσης, με αντίστοιχη αύξηση του βάθους εκσκαφής (άρα και της άνωσης) και της κατασκευής αντιστήριξης.

Στη φάση λειτουργίας της κατασκευής αντιστήριξης οι φρεατοπάσσαλοι φορτίζονται σε όλο το μήκος τους με τις οριζόντιες δυνάμεις προέντασης των αγκυρίων, που ανέρχονται σε κάποιες εκατοντάδες τόνους, ώστε να αναπτύσσουν τεράστιες αντιστάσεις πλευρικών τριβών με το έδαφος. Οι αντιστάσεις αυτές είναι υπερεπαρκείς για να παραλάβουν το ίδιο βάρος της κατασκευής αντιστήριξης και τις κατακόρυφες συνιστώσες των δυνάμεων προέντασης, ακόμη και για μηδενικό βάθος έμπηξης των πασσάλων κάτω από τον πυθμένα εκσκαφής. Η απαίτηση για την αγνόησή τους οδηγεί σε αχρείαστα βάθη έμπηξης αρκετών μέτρων. Οι εκτεθείσες επιλεκτικά πρόσθετες απαιτήσεις μεταφράζονται σε άσκοπη σπατάλη κάποιων χιλιάδων κυβικών μέτρων εκσκαφών και οπλισμένου σκυροδέματος. Είναι απόλυτα αναγκαίο να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην πιστή εφαρμογή των συντηρητικών κατά κανόνα διατάξεων των κανονισμών και των σύγχρονων μεθόδων ανάλυσης και να απαλλαγούν οι ειδικές προδιαγραφές από αναιτιολόγητες πρόσθετες ειδικές απαιτήσεις, προϊόντα συνήθως του υπερβάλλοντος ζήλου για την επίτευξη περιττής υπερασφάλειας.

Αντισεισμικός Σχεδιασμός
Ένα υπόγειο έργο, το οποίον περιβάλλεται από ολόσωμα τοιχώματα, τα μόνιμα στοιχεία της κατασκευής αντιστήριξης και μία πρακτικά απεριόριστη έκταση εδάφους, διαθέτει τεράστια οριζόντια ακαμψία, πολύ μικρή τιμή κύριας ιδιοπεριόδου και επομένως ασήμαντη απόκριση στη σεισμική καταπόνηση, συγκρινόμενη με την μεγάλη διαθέσιμη οριζόντια αντίστασή του. Οι κανονισμοί προδιαγράφουν διαδικασίες ανάλυσης μόνο για τις υπέργειες κατασκευές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τις ελεύθερα ταλαντούμενες μάζες των ορόφων και την εφαρμογή της εδαφικές σεισμικής επιτάχυνσης στη βάση τους. Η σεισμική συμπεριφορά των υπόγειων δομημάτων διαφέρει σημαντικά.

Οι μάζες των ορόφων δεν είναι ελεύθερα ταλαντούμενες αλλά δεσμεύονται από την ταυτόχρονη ταλάντωση της εδαφικής μάζας και οι εδαφικές σεισμικές επιταχύνσεις εφαρμόζονται κατανεμημένες σε όλο το ύψος του. Για τα υπόγεια δομήματα οι κανονισμοί σιωπούν.

Υπάρχει φυσικά διαθέσιμη αξιόπιστη μεθοδολογία ανάλυσης του σύνθετου συστήματος εδάφους – κατασκευής. Η οποία όμως προϋποθέτει εκτεταμένο και πολύπλοκο προσομοίωμά τους και τεράστιο αριθμό υπολογιστικών βημάτων διαδοχικής προσέγγισης, μεγέθη δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με το αναμενόμενο ασήμαντο αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτό δεν προβλέπεται από καμία κανονιστική διάταξη και εφαρμόζεται περιστασιακά σε περιπτώσεις απλών υπόγειων δομημάτων, όπως π.χ. οι εγκάρσιες διατομές σηράγγων, όπου το προσομοίωμα είναι ήδη διαθέσιμο από την ανάλυση για δράσεις χωρίς σεισμό. Απλουστευμένη αλλά αξιόπιστη μεθοδολογία γενικής χρήσης δεν έχει μέχρι σήμερα προταθεί. Για τις συνήθεις κτιριακές κατασκευές έχει εθιμικά καθιερωθεί η εφαρμογή των σεισμικών δράσεων μόνο στους υπέργειους ορόφους και η παράληψή τους στους υπόγειους.

Σε υπόγεια έργα αυξημένης σπουδαιότητας, όπου ο φόβος ότι η σιωπή των κανονισμών μπορεί να μην αποτελεί επαρκές τυπικό επιχείρημα για την παράληψη των σεισμικών δράσεων, επεμβαίνουν οι ειδικές προδιαγραφές, οι οποίες κατά κανόνα υιοθετούν τη μη συμβατή προς αυτά μεθοδολογία ανάλυσης των υπέργειων κατασκευών. Κύρια αστοχία είναι η υπερβολικά μεγάλες τιμές, από 2,5 μέχρι 4,5, του συντελεστή μεγέθυνσης της σεισμικής επιτάχυνσης υποβάθρου 2,5·S, για τιμές του συντελεστή εδάφους S από 1 μέχρι 1,8, η οποία οφείλεται στο συντονισμό. Στα υπόγεια έργα οι πραγματικές εδαφικές επιταχύνσεις ασκούνται άμεσα στις μάζες του δομήματος, με αμελητέα τη συμβολή του συντονισμού. Μία συντηρητική μεθοδολογία θα ήταν η εφαρμογή της ισοδύναμης στατικής ανάλυσης για σεισμικές επιταχύνσεις στις μάζες των ορόφων ίσες προς τη σεισμική επιτάχυνση του υποβάθρου πολλαπλασιασμένης επί το συντελεστή S, η οποία φυσικά καταλήγει σε ασήμαντο αποτέλεσμα. Πράγμα το οποίον αιτιολογεί επαρκώς και την ρητή παράληψη των σεισμικών δράσεων στις προδιαγραφές.

Αρμοδιότητες Μελετητών
Στις δεκαετίες πριν από το 2005 το σύνολο σχεδόν των μελετών φερουσών κατασκευών, όπως είναι οι θεμελιώσεις κτιρίων και γεφυρών, οι κατασκευές αντιστήριξης ορυγμάτων και υποστήριξης εκσκαφών σηράγγων, έχουν εκπονηθεί από στατικούς μελετητές. Η αρμοδιότητά τους βασίστηκε στο Προεδρικό Διάταγμα 541/1978, το οποίον καθορίζει τις κατηγορίες μελετών και το αντικείμενό τους, όπου για τις Στατικές Μελέτες (κατηγορία 8) το προσδιοριζόμενο αντικείμενο είναι «Μελέται φερουσών κατασκευών κτιρίων και μεγάλων ή ειδικών τεχνικών έργων». Το 2003 το περιεχόμενο του Π.Δ. μεταφέρθηκε αυτούσιο στο Άρθρο 2, εδάφιο 2 του Νόμου 3164/2003 περί Δημοσίων Συμβάσεων Εκπόνησης Μελετών, με αποτέλεσμα η αρμοδιότητα αυτή των στατικών μελετητών να ενισχυθεί από την υπέρτερη ισχύ του νόμου έναντι του προεδρικού διατάγματος.

Αυτή η νόμιμη και ουσιαστικά επιβεβλημένη κατάσταση ανατράπηκε το 2005 από μία αυθαίρετη και εμφανώς παράνομη επέμβαση. Ο νόμος 3164/2003 στο άρθρο 4, εδαφ. 7.8 εξουσιοδοτεί τον Υπουργό ΥΠΕΧΩΔΕ να καταρτίσει Κανονισμό Προσδιορισμού Προεκτιμώμενων Αμοιβών μέσω Υπουργικής Απόφασης. Η εκδοθείσα Απόφαση ΔΜΕΟ/α/ο/1257/2005 αποτελείται από 10 κεφάλαια, τα οποία αντιστοιχούν σε 10 κατηγορίες μελετών. Το αντικείμενο των 9 από τα 10 κεφάλαιο περιορίζεται αυστηρά στον τρόπο υπολογισμού των προεκτιμώμενων αμοιβών των αντίστοιχων μελετών. Το τελευταίο κεφάλαιο Ι, το οποίον αφορά τις Γεωτεχνικές Μελέτες, δεν περιορίζεται στις αμοιβές, αλλά, υπερβαίνοντας την εξουσιοδότηση του νόμου, ορίζει ότι οι προαναφερθείσες μελέτες θεμελιώσεων, αντιστηρίξεων εκτελούνται όχι από τους στατικούς αλλά από τους γεωτεχνικούς μελετητές.

Αυτή η νέα ρύθμιση αρμοδιοτήτων είναι εμφανώς αντικανονική. Αφ΄ ενός επειδή η ισχύς μίας υπουργικής απόφασης δεν υπερτερεί του νόμου, ο οποίος καθορίζει διαφορετική ρύθμιση για το ίδιο αντικείμενο. Αφ΄ ετέρου, επειδή θεσπίζεται καθ΄ υπέρβαση της εξουσιοδότησής του νόμου, η οποία την περιορίζει αποκλειστικά και μόνο στην κατάρτιση Κανονισμού για τον προσδιορισμό προεκτιμώμενων αμοιβών.

Οι συνέπειες όμως στο κόστος και στην ποιότητα των έργων, είναι σημαντικότερες από τις επιπτώσεις του σφετερισμού των αρμοδιοτήτων μιας ειδικότητας από άλλες. Τα έργα θεμελιώσεων και αντιστηρίξεων είναι φέροντα συστήματα και περιλαμβάνουν ειδικές κατασκευές από οπλισμένο έγχυτο και εκτοξευόμενο σκυρόδεμα, συνθέτους χαλύβδινούς φορείς, τένοντες προέντασης και βέβαια το έδαφος, με δεδομένο ότι οι αξιόπιστες τιμές των μηχανικών χαρακτηριστικών του εξασφαλίζονται από την εύστοχη εκτέλεση της γεωτεχνικής έρευνας. Επί πλέον, σύμφωνα με την σύγχρονη μεθοδολογία, οι θεμελιώσεις και τα μόνιμα μέλη των αντιστηρίξεων και υποστηρίξεων πρέπει να περιλαμβάνονται στο τελικό προσομοίωμα του συνολικού έργου και να συμμετέχουν στην ενιαία διαδικασία της ανάλυσής τους, ώστε να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός της μελέτης τους από αυτήν του κυρίου δομήματος. Με αυτή τη θεώρηση η ανάλυση του κυρίου δομήματος αποτελεί το τελικό στάδιο κατασκευής στη συνέχεια των προηγούμενων διαδοχικών σταδίων διαμόρφωσης των κατασκευών αντιστήριξης ή υποστήριξης.

Και έχει το πλεονέκτημα ότι λαμβάνεται υπ΄ όψιν και η επιρροή των πλαστικών ζωνών στο έδαφος που δημιουργήθηκαν στα προηγούμενα στάδια. Πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για την ανάλυση της τελικής επένδυσης σηράγγων, η οποία, όταν διαχωρίζεται, λαμβάνει υπ΄ όψιν πλασματικά και ασφαλώς υπερεκτιμημένα φορτία, αντί των πραγματικών που προσφέρει η ενιαία αντιμετώπιση. Με την παράτυπη όμως ρύθμιση, ως αρμόδιοι για τις μελέτες αυτές θεωρούνται ακόμη και οι έχοντες γεωτεχνικό πτυχίο γεωλόγοι και μεταλλειολόγοι, ενώ αποκλείονται οι ουσιαστικά αρμόδιοι στατικοί μελετητές.

Συμπεράσματα
Η εμπειρία των τριάντα και πλέον ετών μελέτης κατασκευής σημαντικών υπόγειων έργων στην Ελλάδα, δεν δικαιολογεί τη διατήρηση των αρχικών εύλογων δισταγμών και επιφυλάξεων, για τις οποίες υιοθετήθηκαν ειδικές πρόσθετες απαιτήσεις περιττής υπερασφάλειας. Ειδικά μετά τη θέση σε ισχύει των Ευρωκωδίκων που συντελέστηκε σε αυτό το διάστημα, με τους οποίους ικανοποιούνται επαρκώς οι κύριοι στόχοι του σχεδιασμού που αφορούν την ασφάλεια και την οικονομία των έργων. Τα ειδικότερα θέματα που χρήζουν αναθεώρησης είναι:
Α) Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην πιστή εφαρμογή των διατάξεων των Ευρωκωδίκων και των εξελιγμένων μεθόδων ανάλυσης. Β) Απαλοιφή από τις ειδικές προδιαγραφές πρόσθετων ως προς τους Ευρωκώδικες διατάξεων και ειδικά όσων επιβάλουν των αγνόηση της συμβολής μόνιμων στοιχείων του έργου, επειδή σχεδιάστηκαν να εξυπηρετούν προσωρινό σκοπό. Γ) Ενιαίο προσομοίωμα ανάλυσης για το κύριο δόμημα και τα μόνιμα στοιχεία των κατασκευών αντιστήριξης και υποστήριξης. Δ) Υιοθέτηση από το εθνικό προσάρτημα στον Ευρωκώδικα 7 του ενιαίου κανόνα επάρκειας της κατασκευές για τις προδιαγραφόμενες οριακές καταστάσεις. Ε) Άρση της εμφανούς νομικής παρατυπίας σχετικά με τις αρμοδιότητες των μελετητών, η οποία παρεμποδίζει των θεώρηση του συνολικού έργου κατά τον σχεδιασμό.

Θα είναι προς όφελος όλων, και κυρίως των αναπτυξιακών προοπτικών της χώρας, να προκύψει τελικά ότι το σημερινό κόστος κατασκευές ενός έργου, είναι δυνατόν να καλύψει το κόστος δύο παρόμοιων έργων.

Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος του άρθρου.

*Ο κ. Δημήτρης Μπαϊρακτάρης είναι ο ιδρυτής και επικεφαλής του γραφείου «Μπαϊρακτάρης Δ. και Συνεργάτες ΕΠΕ» (www.baisteng.gr).
Το πρώτο μέρος του άρθρου δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νοεμβρίου του Construction (#21)