Δημήτρης Ποτηρόπουλος: Η Ελλάδα προσφέρει μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες

Από το “χαρτοφυλάκιο” της Ελλάδας λείπουν απαραίτητες για μια σύγχρονη χώρα υποδομές όπως τα συνεδριακά και εκθεσιακά κέντρα, κάτι το οποίο επαυξάνει τις αναπτυξιακές επενδυτικές ευκαιρίες που έχει στη διάθεσή της η χώρα μας, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο αρχιτέκτων και επικεφαλής του αρχιτεκτονικού γραφείου Potiropoulos+Partners, Δημήτρης Ποτηρόπουλος, στο περιοδικό Construction.

Η αρχιτεκτονική σκέψη μπορεί να «σκηνογραφήσει» χωρικά βιώματα που συμπυκνώνουν μέσα τους βαθύτερες προθέσεις με δύναμη, υπογραμμίζει.

Τι αλλαγές έφερε η COVID-19 στα δεδομένα του κατασκευαστικού και αρχιτεκτονικού κλάδου; Ποιες απαιτήσεις έχουν πλέον οι πελάτες και επενδυτές; Ποια εμπόδια αλλά – κυρίως – ποιες ευκαιρίες διακρίνετε σε αυτό;
Λέγονται πολλά για τις δυνητικές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει την επόμενη ημέρα η πανδημία στον κατασκευαστικό κλάδο, και κατ΄ επέκταση στον δικό μας χώρο, την αρχιτεκτονική, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Νομίζω ότι μετά την υποχώρηση του κορονοϊού θα επιστρέψουμε στη γνώριμη κανονικότητα που ξέραμε πριν. Το ότι κερδίσαμε έμμεσα κάποια οφέλη, όπως είναι η εξοικείωση με την τηλεργασία, δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιμένει κανείς ανατροπές στην «αγορά», και γενικά στη λειτουργία της κοινωνίας. Την πανδημία, ή μάλλον τις αιτίες που την προκάλεσαν και τους τρόπους αντιμετώπισής της, θα βοηθούσε αν τα αντιληφθούμε ως μάθημα για το μέλλον, που είναι όμως μια άλλης τάξης συζήτηση.

Υπάρχουν κάποια έργα τα οποία αποτελούν ορόσημα και καθορίζουν τα πρότυπα για το μέλλον, όπως είναι το «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος». Και βέβαια το «Ελληνικό», ως το πλέον ενδεικτικό παράδειγμα. Ποια είναι αυτά τα νέα standards που θέτουν; Κατασκευαστικά και επενδυτικά;
Όποιος παρακολουθεί τις εξελίξεις διεθνώς στον χώρο της αρχιτεκτονικής, αλλά και των κατασκευών, γνωρίζει ότι δεν πρόκειται για «νέα standards», νέα είναι για μας που ακολουθούμε με καθυστέρηση αρκετών ετών αυτό που συμβαίνει ήδη στις πιο προηγμένες κοινωνίες. Από την άλλη πλευρά η Ελλάδα προσφέρει μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες –όχι μόνο λόγω της φύσης και του κλίματός της που την καθιστούν ιδανικό ταξιδιωτικό και παραθεριστικό προορισμό– αλλά και επειδή λείπουν από το «χαρτοφυλάκιό» της απαραίτητες για μια σύγχρονη χώρα τυπολογίες κτιρίων, και αντίστοιχα υποδομές, όπως είναι για παράδειγμα τα συνεδριακά κέντρα, τα εκθεσιακά κέντρα κ.ά.

Πώς τα έργα αυτά μπορούν να καταστούν destinations, τόσο για τουριστική αξιοποίηση όσο και ευρύτερα; Ποιες ευκαιρίες οικονομικής αξιοποίησης βλέπετε;
Την ερώτηση αυτή μάλλον θα πρέπει να την απευθύνετε στους πολιτικούς και τους οικονομολόγους… Πάντως, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει μια κεντρική στρατηγική που να καλύπτει συνολικά το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεστε.

Εκτιμάτε ότι οι παραθεριστικές κατοικίες είναι ένας κλάδος στην ελληνική αγορά real estate που έχει προοπτική και μπορεί να φέρει διεθνείς επενδυτές; Τι ζητούν οι δυνητικοί αγοραστές από μια κατοικία διακοπών στην Ελλάδα;
Ναι, προφανώς. Το ενδιαφέρον των επενδυτών αφορά κυρίως σε high end συγκροτήματα παραθεριστικών κατοικιών, που όμως δεν ακολουθούν έναν τυποποιημένο σχεδιασμό, αλλά η κάθε κατοικία, ή έστω ο κάθε τύπος της, διατηρεί την αισθητική του αυτοτέλεια, και επομένως την επιθυμητή αρχιτεκτονική ποικιλία σε επίπεδο πολεοδομικής κλίμακας. Παράλληλα, υπάρχει και εκείνο το κοινό –οι δυνητικοί αγοραστές– που επιλέγει μεμονωμένες κατοικίες, στους κοσμοπολίτικους προορισμούς, αλλά και στους πιο εναλλακτικούς.

Η νέα τάση που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στην παγκόσμια τουριστική αγορά είναι ο βιωματικός τουρισμός, που έχει στόχο να εξασφαλίζει εκείνες τις εμπειρίες στους ταξιδιώτες που θα τους επιτρέψουν να γνωρίσουν με συμμετοχικό τρόπο τον πολιτισμό, την ιστορία και τη γλώσσα του προορισμού που επισκέπτονται, ή περνούν τις διακοπές τους στην εξοχική τους κατοικία. Αλλά και τη λαογραφία του, τους ανθρώπους, τα ήθη και τα έθιμά τους. Ο σημερινός επισκέπτης, ή υποψήφιος αγοραστής, αναζητά στη χώρα μας το βιωματικό στοιχείο που σχετίζεται με τη φύση και την τοπική παράδοση και κουλτούρα πιο πολύ από τις ανέσεις και τις παροχές, περισσότερο και από τα κλασικά αξιοθέατα και την ψυχαγωγία, από όλα όσα κοινότοπα ή λιγότερο κοινότοπα προβάλλονται στους τουριστικούς οδηγούς.

Και βέβαια δεν μπορούμε να παραλείψουμε να σας ρωτήσουμε για τα projects που τρέχει τώρα η Potiropoulos+Partners. Και επιπλέον για το τι αναμένουμε να δούμε στο μέλλον.
Την περίοδο αυτή τρέχουν διάφορα projects στο γραφείο, κάθε τυπολογίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, από μικρά, δηλαδή κατοικίες, μέχρι κτιριακά συγκροτήματα, ή και έργα σχεδόν πολεοδομικής κλίμακας. Ενδεικτικά αναφέρω μια σειρά κτιρίων και συγκροτημάτων διαμερισμάτων και μεζονετών της City1-Group στα νότια προάστια της Αθήνας, το Project X –το Ερευνητικό, Εκπαιδευτικό, Συνεδριακό και Αθλητικό Κέντρο της ELPEN Α.Ε. στο Επιχειρηματικό Πάρκο Σπάτων που έχει αρχίσει ήδη να κατασκευάζεται, παράλληλα με την ολοκλήρωση της μελέτης– ένα τουριστικό συγκρότημα στο Nacinovic κ.ά. Ενώ παράλληλα συζητάμε με μια γνωστή κατασκευαστική εταιρεία της Θεσσαλονίκης για μόνιμη συνεργασία στα μελλοντικά έργα που προγραμματίζει, καθώς και με μια αγγλική επενδυτική για ένα project αποκατάστασης, ανακαίνισης και επανάχρησης στο Λονδίνο.

Τι σημαίνει για εσάς «θεατρική οργάνωση του χώρου» και πώς την έχετε ενσωματώσει στις δουλειές σας;
Θα σας απαντήσω μέσα από ένα απόσπασμα του εισαγωγικού μας κειμένου «Η σκέψη μας για την αρχιτεκτονική», στη μονογραφία «Ποτηρόπουλος Δ+Λ Αρχιτέκτονες» των εκδόσεων Ποταμός:
«Μας απασχολεί η ‘‘θεατρική’’ οργάνωση του χώρου, ο τρόπος με τον οποίον η αρχιτεκτονική μπορεί να παρέμβει στο περιβάλλον μας ‘‘χρωματίζοντας’’ την καθημερινότητα. Με το να διαμορφώνει εστίες ζωής –στη μικρή κλίμακα του κτιρίου και στη μεγάλη της πόλης– που θα αναζωογονούν το συναίσθημα συγκεράζοντας την πραγματικότητα με το ‘‘όνειρο’’. Το παρελθόν με το μέλλον μέσω του παρόντος. Μας απασχολούν εκείνες οι ιδέες που παράγουν νόημα, που μπορούν να αγγίξουν την ψυχή και τη σκέψη μετουσιώνοντας τον υλικό χώρο σε πολιτισμό. Ιδέες που μπορούν να επιδράσουν στη συλλογική αντίληψη οδηγώντας τη σε μια πιο ευαισθητοποιημένη συνειδητοποίηση. Ότι η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο λειτουργικός χώρος, ή μόνο μορφή, ούτε μόνον από υλικά φτιαγμένη. Αντίθετα, η αρχιτεκτονική σκέψη μπορεί να ‘‘σκηνογραφήσει’’ χωρικά βιώματα που συμπυκνώνουν μέσα τους βαθύτερες προθέσεις με μεγάλη δύναμη, που διευρύνουν τα όρια –πέρα από την υλική υπόσταση του κτιρίου– ανάμεσα στο οικείο και το πειραματικό, το υλικό και το νοηματικό, το οργανωμένο και το φαντασιακό, το τεχνητό και το φυσικό, με το να τα ωθούν πάντοτε προς νέους ορίζοντες. Αυτή η αρχιτεκτονική μπορεί να προσφέρει μοναδικά συναισθήματα παράγοντας μία ζωντανή εμπειρία του νου και του χώρου».

Πώς κρίνετε τον πολεοδομικό σχεδιασμό των ελληνικών πόλεων και δη του ιστορικού κέντρου της Αθήνας; Πώς θα μπορούσε η πρωτεύουσα να αποκτήσει ισχυρότερο πολεοδομικό στίγμα;
Θέλουμε να λέμε ότι η Αθήνα είναι πόλη ευρωπαϊκή, όμως οι ευρωπαϊκές πόλεις διαμορφώθηκαν εδώ και πολλά χρόνια με άλλους όρους. Αφενός με βάση τη βούληση του δημόσιου τομέα και, αφετέρου, την εξωστρέφεια και νεωτερικότητα του ιδιωτικού. Προέκυψε έτσι μια ποικιλία κτιριακών τύπων μοναδική: Ολόκληρα σύνολα που αναδεικνύονται κυρίως επειδή ανήκουν σε θεματικές ενότητες, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε έναν ποιοτικά ανώτερο τρόπο που γίνεται αντιληπτή η πόλη. Καθώς όλα αυτά συνέβαιναν στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα, η Αθήνα, και γενικότερα η ελληνική πόλη, αποψιλωνόταν από τα στοιχεία μνήμης, για να ακολουθήσει στη συνέχεια η περίοδος της επίσημα αναγνωρισμένης «παραβατικότητας» και οι ατέλειωτες νομιμοποιήσεις αυθαίρετων οικισμών. Το ασυγκρότητο αυτό περιβάλλον, με την άναρχη συσσώρευση κατοικιών και στοιχειώδεις υποδομές, δεν συνιστά όμως «Πόλη».

Τα φιλόδοξα πολεοδομικά οράματα δεν είχαν τελικά κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς έμεναν στα χαρτιά. Οι προσπάθειες περιορίστηκαν σε εξωραϊστικού χαρακτήρα επεμβάσεις, χωρίς σχέδιο και πνοή, εκτός κάποιων εξαιρέσεων, δεδομένης της αδυναμίας για μια συνολική ρύθμιση που θα ήταν σε θέση να αποδώσει στην ελληνική πρωτεύουσα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας βιώσιμης και ελκυστικής ευρωπαϊκής μητρόπολης.

Για να ανατραπεί η δυναμική αυτή θα πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων η χωροταξική, πολεοδομική και αρχιτεκτονική μας κουλτούρα, που δεν το βλέπω εύκολο ούτε πιθανό. Αυτό που εκτιμώ ότι θα συμβεί από εδώ και πέρα είναι αποσπασματικές παρεμβάσεις τύπου «Ελληνικό», δηλαδή έργα του ιδιωτικού τομέα, ή σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού, που ναι μεν θα δώσουν ώθηση στην οικονομία, δεν θα υπακούουν όμως απαραίτητα σε ένα ενιαίο εθνικό πλαίσιο, στρατηγικό και νομοθετικό, για την ανάπτυξη και φροντίδα του δομημένου περιβάλλοντος της χώρας μας.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για την αρχιτεκτονική και την πόλη; Πώς πιστεύετε ότι θα διαμορφωθεί η αρχιτεκτονική κουλτούρα λαμβάνοντας υπόψη τη Βιομηχανική Επανάσταση 4.0, την περαιτέρω παγκοσμιοποίηση και τις επερχόμενες τεχνολογικές εξελίξεις;
Σε μια συνέντευξή του ο Rem Koolhaas υποστηρίζει ότι στη σύγχρονη εποχή δεν υπάρχει ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στον αρχιτέκτονα και αντίστοιχα στον πολεοδόμο να υλοποιεί ακριβώς αυτό που οραματίζεται. Σχεδόν πάντοτε προκύπτει κάποια κοινωνική ή άλλου είδους αντίδραση, καθώς η αρχιτεκτονική είναι μια διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ ενός επαγγέλματος και ενός ολόκληρου «συστήματος αντίστασης». Κατά τον Koolhaas, οι αρχιτέκτονες αντιμετωπίζονται ως ήρωες από τους οποίους οι άνθρωποι αναμένουν πολλά. Πάνω, όμως, από τις φαντασιώσεις και επιθυμίες του καθενός υπάρχει ένα αόρατο σύστημα δομών ή συγκυριών που υπαγορεύει τι τελικά μπορεί να γίνει και τι όχι.

Πέρα όμως από αυτό, στις ημέρες μας ανακύπτει στην αρχιτεκτονική ένα ζήτημα μετάβασης από τη σημερινή κατάσταση, όπου το κτίριο λειτουργεί με «συμβατικά» δεδομένα, σε μια μελλοντική, όπου θα λειτουργεί βάσει άγνωστων σε μας παραμέτρων λόγω της ραγδαίας εξέλιξης της επιστήμης και της τεχνολογίας. Παράλληλα, σ’ αυτό το τεχνο-κεντρικό περιβάλλον –που σε πολλές εκδηλώσεις του στρέφεται «κατά» του φυσικού– θα έπρεπε η αρχιτεκτονική να αντιτάξει την οικολογία και την αειφόρο ανάπτυξη, με το να διαμεσολαβεί ανάμεσα στα φυσικά φαινόμενα και τον άνθρωπο προκειμένου να ικανοποιήσει αρχέγονες ανάγκες του που σχεδόν έχουν ξεχαστεί. Όλα αυτά μας δίνουν την ευκαιρία να σκεφτούμε ότι βαδίζουμε προς μια αρχιτεκτονική με απροσδιόριστο προφίλ, με αντιθετικές τάσεις και επιδιώξεις, με την οποία δεν έχουμε έρθει ακόμη αντιμέτωποι. Δεν είναι εύκολο λοιπόν να εκτιμήσει κανείς την εξέλιξή της τα επόμενα χρόνια.

*O Δημήτρης Ποτηρόπουλος είναι Αρχιτέκτονας, επικεφαλής του γραφείου Potiropoulos+Partners (www.potiropoulos.gr/) και πρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης των Property Awards 2021, που διοργανώνει η BOUSSIAS.