Νικόλαος Μπουλούκος: Αντισεισμικός σχεδιασμός & προστασία με συστήματα δόμησης Knauf

Οι περισσότερες από αυτές τις απώλειες πυροδοτούνται από κτίρια που δεν είναι σε θέση να αντισταθούν σε σεισμικά φορτία. Τα πρόσφατα σεισμικά γεγονότα τόνισαν τη σημασία της προώθησης και ανάπτυξης νέων στρατηγικών με στόχο τον μετριασμό των ζημιών που σχετίζονται με τους σεισμούς.

Για την αποφυγή ή τουλάχιστον τη μείωση αυτών των ζημιών υπάρχουν τρεις βασικές αρχές που σχετίζονται τόσο με την οικονομικά αποδοτική κατασκευή όσο και με τoν αντισεισμικό σχεδιασμό των κτιρίων:

  1. Σε περίπτωση ελαφρώς σοβαρών σεισμών, τα κτίρια πρέπει να είναι σε θέση να επιβιώσουν χωρίς ζημιές.
  2. Σε περίπτωση μέτριας σφοδρής έντασης σεισμού, οι ζημιές στα κτίρια πρέπει να είναι αμελητέες.
  3. Σε περίπτωση σοβαρών σεισμών, τα κτίρια δεν επιτρέπεται να καταρρεύσουν.

Πάνω απ’ όλα, η προστασία της ανθρώπινης ζωής πρέπει να διασφαλίζεται διασφαλίζοντας τις επιλογές επιβίωσης, διαφυγής και διάσωσης σε περίπτωση σεισμών οποιασδήποτε σοβαρότητας.

Γιατί ξεχωρίζουν τα συστήματα της Knauf
Η κατάλληλη βιβλιογραφία και τα εθνικά πρότυπα (DIN 4149, Eurocode 8 – ENV 1998-1 κ.λπ.) παρέχουν κατασκευαστικές κατευθυντήριες γραμμές για την τεχνική εφαρμογή αυτών των βασικών αρχών. Σύμφωνα με αυτές τις τεχνικές κατευθυντήριες γραμμές, τα συστήματα δόμησης Knauf με γυψοσανίδες και τσιμεντοσανίδες παρουσιάζουν αρκετά σαφή πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τις κλασικές κατασκευές με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα ή χάλυβα και συμβατική τοιχοποιία πλήρωσης.

Η ορθή αντισεισμική δόμηση δεν είναι τόσο θέμα κόστους όσο ορθού σχεδιασμού. Κύρια απαίτηση είναι η ασφαλής παραλαβή των φορτίων που αναπτύσσονται στην κατασκευή λόγω ταλάντωσης ή σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις, η ανάλωση σεισμικής ενέργειας μέσω πλαστικής διαρροής σε επιλεγμένες θέσεις, δηλαδή η ανάπτυξη πλαστιμότητας.

Επιπλέον οι παραμορφώσεις θα πρέπει να βρίσκονται κάτω από συγκεκριμένα όρια, τα οποία καθορίζουν συγκεκριμένες απαιτήσεις προστασίας. Τα σεισμικά φορτία είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα των αδρανειακών δυνάμεων και συνεπώς είναι ανάλογα της μάζας. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για την αναλισκόμενη σεισμική ενέργεια. Καταδεικνύεται λοιπόν ότι οι κατασκευές χαμηλού βάρους έχουν συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των βαρέων.

Μέσω της χρήσης συστημάτων ξηράς δόμησης με γυψοσανίδες και τσιμεντοσανίδες, εξασφαλίζεται σημαντική μείωση βάρους, από 65% έως 83%, και όλκιμος συμπεριφορά παραμόρφωσης. Τα εύθραυστα και συγκριτικά άκαμπτα συμπεριφορικά μοτίβα παραμόρφωσης της συμβατικής τοιχοποιίας πλήρωσης που χρησιμοποιείται γενικά, προκαλούν μεταφορά φορτίου με επικίνδυνη, εκρηκτική και αιφνιδιαστική κατάρρευση που μπορεί ακόμη και να οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση ολόκληρου του κτιρίου. Ακόμη και όταν είναι εξαιρετικά παραμορφωμένα, τα χωρίσματα γυψοσανίδας διατηρούν τη λειτουργικότητά τους και δεν καταρρέουν εντελώς.

Η ποιότητα στην πράξη
Παραθέτουμε παράδειγμα υπολογισμού σύμφωνα με τον Ευρωκώδικα 8 (EN 1998: 1997), 7ώροφου κτιρίου κατοικιών με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και συγκριτικά αποτελέσματα για συμβατική τοιχοποιία πλήρωσης και για τοιχοποιία ξηράς δόμησης.

  • Ενισχυμένη κατασκευή σκελετού
  • Συνολικό ύψος: 19 m
  • Εμβαδόν κάτοψης εδάφους: 18 x 12 m
  • Τιμή αναφοράς της οριζόντιας επιτάχυνσης εδάφους: 0,4 g
  • Συνολικό βάρος του φέροντα οργανισμού: 1095 t
  • Συνολικό βάρος συμβατικής τοιχοποιίας (συμπεριλαμβανομένου του σοβά = 200 kg/m² εσωτερικό / 240 kg/m² εξωτερικό): 518 t
  • Συνολικό βάρος τοίχων (εσωτερικό: Knauf W112, 49 kg/m², εξωτερικό: Aquapanel, 42 kg/m²): 109 t
  • Συνολικό βάρος κτιρίου, με συμβατική τοιχοποιία: 1614 t με συστήματα Knauf: 1204 t (25 % λιγότερο βάρος όταν χρησιμοποιούνται συστήματα Knauf αντί για συμβατική τοιχοποιία).

Υπολογίζοντας τα φορτία σεισμού σύμφωνα με τον Ευρωκώδικα 8 μπορεί να προσδιοριστεί ότι τα φορτία αυτά μειώνονται κατά περίπου 23 % κατά τη χρήση του Knauf W112 για εσωτερικά χωρίσματα και του Knauf Aquapanel για εξωτερικούς τοίχους. Μια πιο οικονομική διαστασιολόγηση της δαπανηρής δομής οπλισμένου σκυροδέματος γίνεται έτσι δυνατή τόσο για τα στατικά όσο και για τα σεισμικά φορτία (βλ. Συγκριτικό Πίνακα).

Επιπλέον, η ασφάλεια έναντι των σεισμών βελτιώνεται λόγω της καλύτερης παραμόρφωσης και συμπεριφοράς κατάρρευσης των κατασκευών γυψοσανίδας και τσιμεντοσανίδας σε περίπτωση σεισμού.

Συγκριτικός πίνακας συμβατικής τοιχοποιίας και των συστημάτων ξηράς δόμησης Knauf

Νέοι ενισχυμένοι τύποι γυψοσανίδας
Με στόχο την παροχή μιας νέας λύσης στην κατοικία , ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλού σεισμικού κινδύνου, η Knauf Ελλάδος συμμετείχε σε ένα καινοτομικό ερευνητικό πρόγραμμα I-SSB: The Integrated Safe & Smart Built Concept που ολοκληρώθηκε σε συνεργασία με άλλους 22 εταίρους από 11 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος έχουν αναπτυχθεί και δοκιμαστεί με επιτυχία νέοι τύποι γυψοσανίδων με βελτιωμένη ικανότητα να αντέχουν στις ακραίες συνθήκες που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια σεισμού ή πυρκαγιάς.

Οι σεισμικές δοκιμές πραγματοποιήθηκαν σε ένα πειραματικό μοντέλο διώροφο σπίτι δοκιμών, με διαστάσεις 3,5 m X 3,5 m X 7 m ύψος, με ένα καινοτόμο υβριδικό σύστημα φέροντος οργανισμού χάλυβα (ψυχρής μορφής και θερμής έλασης τμήματα) το οποίο ολοκληρώθηκε με συστήματα ξηράς δόμησης Knauf (εσωτερικοί τοίχοι με γυψοσανίδες, εξωτερικοί τοίχοι από τσιμεντοσανίδες Aquapanel, σύστημα εξωτερικής θερμομόνωσης ETICS, ξηρά δάπεδα από γυψοσανίδες) και κεκλιμένη οροφή με επένδυση OSB.

Οι έλεγχοι έγιναν στη σεισμική τράπεζα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και το μοντέλο δοκιμάστηκε σε τρισδιάστατους σοβαρούς σεισμούς επιτάχυνσης εδάφους έως 1,08 g, κατηγορία εδάφους Β και απόσβεση 4%.

Η συμπεριφορά του μοντέλου έναντι του σεισμού χαρακτηρίστηκε ως «ελαστική» και δεν παρατηρήθηκε ορατή ζημιά μετά από επιθεώρηση στο τέλος της διαδικασίας δοκιμής. Θα πρέπει να σημειωθεί, για λόγους σύγκρισης, ότι η υψηλότερη επιτάχυνση εδάφους που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ελλάδα ήταν μικρότερη από 0,5 g. Η επίγεια επιτάχυνση του Iζμίτ, ο σεισμός της Τουρκίας, ήταν περίπου 0,65 g. και η επιτάχυνση του εδάφους του σεισμού της Χιλής ήταν μικρότερη από 0,8 g.

Με τα συστήματα δόμησης Knauf αναδεικνύονται οι δυνατότητες ανέγερσης νέων κατασκευών με καλή αντισεισμική συμπεριφορά ή ακόμα και επεμβάσεων σε υφιστάμενες κατασκευές για καθ’ ύψος προσθήκες ή για αποκατάσταση ζημιών σε περιπτώσεις κτιρίων που έχουν καταπονηθεί από σεισμική δραστηριότητα.
*Ο κ. Νικόλαος Μπουλούκος είναι Διευθυντής της Τεχνικής & Προϊοντικής Δ/νσης, Knauf Γυψοποιία ΑΒΕΕ

Ασφάλεια: Το Α και Ω στις υποδομές

Οι υποδομές, όποια κι αν είναι η χρήση τους, έχουν αυξημένες απαιτήσεις σε ό,τι αφορά θέματα που άπτονται της ασφάλειας. Οι ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας και ο αυξημένος αριθμός χρηστών είναι δύο σημαντικοί παράγοντες που επιβάλλουν τον -ακόμα περισσότερο- προσεκτικό και λεπτομερή σχεδιασμό των μελετών εξοπλισμού με ανελκυστήρες, συστήματα ασφάλειας και πυροπροστασίες, σε σύγκριση με τις μικρότερες κτιριακές υποδομές.

«Εν αρχή είναι η ασφάλεια», τονίζει ο Νικόλαος Ζώκας, Διπλ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Υπεύθυνος Βορείου Ελλάδος της εταιρείας ΤΑΚΗΣ Γ. ΖΑΡΙΦΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε. «Όσο κοινότυπο και να ακούγεται, αυτή είναι η κόκκινη γραμμή που πρέπει να διαπνέει την κάθε μας δραστηριότητα, είτε αυτή σχετίζεται με την ασφάλεια των υποδομών κτιριακών, βιομηχανικών ή δικτύων, είτε ή και προπάντων με την ζωή των χρηστών τους. Μία αρχή που σχετίζεται με τον σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητά του στο επίπεδο της μελέτης, σύμφωνα με τις αυστηρές προδιαγραφές των κανονισμών και τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας. Σχετίζεται με την επιλογή των κατάλληλων υλικών και συστημάτων, χωρίς παρεκκλίσεις και εκπτώσεις στην ποιότητά τους, καθώς και με την ικανότητα των ειδικών που θα εμπιστευτούμε να τα εφαρμόσουν. Σχετίζεται τέλος, με την ικανότητα των συστημάτων να επιτελέσουν το έργο για το οποίο έχουν τοποθετηθεί, κάτι που εξασφαλίζεται μόνο με την καλή και συνεχή συντήρησή τους», υπογραμμίζει.

Ανελκυστήρες
Για τον Νίκο Σπυρόπουλο, KLEEMANN Group Engineering Manager, η πρόβλεψη του κατάλληλου χώρου, οι κυκλοφοριακές μελέτες του κτιρίου και η ασφαλής και αξιόπιστη λειτουργία των ανελκυστήρων είναι προκλήσεις για κάθε κτίριο. «Οι ιδιοκτήτες και οι κατασκευαστές κτιρίων καλούνται να προβλέψουν τους κατάλληλους χώρους για την εγκατάσταση ανελκυστήρων, όπως επίσης να προβούν σε κυκλοφοριακές μελέτες του κτιρίου για να εκτιμήσουν τον κατάλληλο αριθμό ανελκυστήρων και των βασικών χαρακτηριστικών τους (ταχύτητα, χωρητικότητα), ελαχιστοποιώντας τους χρόνους αναμονής. Οι κατασκευαστές και οι συντηρητές των ανελκυστήρων με τη σειρά τους, καλούνται να φροντίσουν για την ασφαλή και αξιόπιστη λειτουργία τους, μειώνοντας κατά το δυνατό τις βλάβες, τις δυσλειτουργίες, καθώς και τον θόρυβο που παράγεται στο κτίριο κατά την κίνηση τους», αναλύει.

Σε ό,τι αφορά τις παραμέτρους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η Έφη Παπαδογιάννη, Managing Director της KONE AE, επισημαίνει πως η βελτιστοποίηση της ροής των ανθρώπων, ή και των προϊόντων, είναι άμεσα συνυφασμένη με τον σωστό σχεδιασμό. Σύμφωνα με την ίδια, «στόχος είναι η βελτιστοποίηση της ροής των ανθρώπων (People Flow), ή και των προϊόντων, στις υποδομές, μέσω της Ασφαλούς, Αποτελεσματικής και Αξιόπιστης λειτουργίας των ανελκυστήρων, που ταυτόχρονα είναι Ενεργειακά αποδοτική και βιώσιμη (όπως ‘regenerative’και ‘stand by’ λύσεις). Όλα ξεκινούν με σωστό σχεδιασμό, κατανοώντας την διάταξη των εγκαταστάσεων και το πλήθος των ανθρώπων, ώστε να επιλεχθεί ο κατάλληλος αριθμός, τύπος/ταχύτητα, μέγεθος και τοποθεσία των ανελκυστήρων (π.x. να ικανοποιούνται προσβασιμότητα σε ΑΜΕΑ, διαδικασίες ασφαλείας και έκτακτων αναγκών όπως πυροπροστασία, προστασία από βανδαλισμούς, με βάση και Ευρωπαϊκά πρότυπα). Στις υποδομές, η ανάγκη ελαχιστοποίησης του χρόνου εκτός λειτουργίας των ανελκυστήρων, είναι ακόμη μεγαλύτερη. Αυτό υποστηρίζεται από λύσεις παρακολούθησης, σε πραγματικό χρόνο, της κατάστασης και κίνησης του ανελκυστήρα, αυξάνοντας την αξιοπιστία και τη διαθεσιμότητά του αλλά και την ασφάλεια των χρηστών».

Από τη μεριά του, ο κ. Σπυρόπουλος (KLEEMANN) προκρίνει τη σημασία των -ανώτερων πλέον- εθνικών και διεθνών προτύπων. «Οι ανελκυστήρες διέπονται από εθνικά και διεθνή πρότυπα τα οποία ορίζουν κανόνες για την ασφάλεια επιβατών και τεχνικών επίβλεψης και συντήρησης. Τα περισσότερο διαδεδομένα πρότυπα ασφαλείας είναι τα ευρωπαϊκά ΕΝ 81-20 και ΕΝ 81-50, το πρότυπο ASME A17.1 των ΗΠΑ και Καναδά, καθώς επίσης ορισμένα πρότυπα από Ρωσία (GOST) και Ιαπωνία (JIS). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το επίπεδο ασφάλειας των προτύπων τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό οδηγώντας σε σημαντική μείωση των ατυχημάτων», σημειώνει.

Από τις τεχνολογικές εξελίξεις/τάσεις, η κα Παπαδογιάννη (ΚΟΝΕ ΑΕ) στέκεται -μεταξύ άλλων- στα “Destination Controls”, την “touchless” τεχνολογία και τους ΑΙ ανελκυστήρες. Για την ίδια, «η τεχνολογία, η αστικοποίηση και η βιωσιμότητα ως μέγα-τάσεις αποτελούν σαφώς κίνητρο για πολλές εξελίξεις. Πλέον συναντάμε πολλαπλούς θαλάμους στο ίδιο φρεάτιο, “Destination Controls” που βελτιστοποιούν τις διαδρομές, “touchless” τεχνολογία, εξαιρετικές ταχύτητες σε πολύ ψηλά κτίρια, συνεχώς πιο χαμηλές καταναλώσεις και αποδοτικότητα ως προς τον διαθέσιμο χώρο, AΙ ανελκυστήρες που μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο μέσω Cloud, ειδοποιούν για επικείμενη βλάβη, συντελώντας στην προληπτική συντήρηση και διασφαλίζοντας μεγαλύτερη επικοινωνία και φυσικά το Digital Experience των επιβατών καθώς ο ανελκυστήρας θα μπορεί να συνδέεται με εφαρμογές των χρηστών ή τρίτων, όπως ρομπότ παράδοσης, έξυπνες εφαρμογές κατοικιών, λύσεις διαχείρισης επισκεπτών και έξυπνης πρόσβασης».

Ο κ. Σπυρόπουλος ξεχωρίζει και το ΙoΤ (Internet of Things), λέγοντας πως «οι τελευταίες τάσεις στο χώρο αφορούν τη χρήση IoT για την πρόβλεψη πιθανών μελλοντικών βλαβών (predictive maintenance) και τη δυνατότητα πληθώρας smart λειτουργιών, όπως για παράδειγμα η αναγνώριση από τον ανελκυστήρα του ορόφου προορισμού του κάθε επιβάτη. Πρόσφατα, η πανδημία του Covid19 οδήγησε τους κατασκευαστές στην ανάπτυξη λύσεων για την ασφαλή χρήση του ανελκυστήρα από τους επιβάτες (air purifier, touchless κομβία)».

Κλείνοντας, η κα Παπαδογιάννη (KONE AE)δηλώνει πως «η προληπτική συντήρηση και ο έγκαιρος εκσυγχρονισμός των ανελκυστήρων, ιδιαίτερα στις υποδομές όπου η χρήση τους είναι πιο απαιτητική -κάτι που μπορεί να σημαίνει και ιδιαίτερο προγραμματισμό-, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις, καθώς διατηρούνται ασφαλείς και αξιόπιστοι, υποστηρίζεται η εύρυθμη λειτουργία τους μεγιστοποιώντας τον χρόνο λειτουργίας τους, ενώ διαφυλάσσεται η διάρκεια ζωής τους».

Συστήματα Ασφάλειας
Ο Ιωάννης Μαθιουδάκης, Δ/νων Σύμβουλος της ΚΕΜΕΤΑ ΑΕ, σε ό, τι αφορά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα συστήματα ασφαλείας στις υποδομές, επισημαίνει πως οι υποδομές, «λόγω του μεγέθους τους και των ιδιαίτερων απαιτήσεων τους, όπως είναι η αθρόα προσέλευση πολιτών, επιβάλλουν την χρήση εξελιγμένων συστημάτων συναγερμού, συστημάτων περιμετρικής προστασίας, ελέγχου πρόσβασης και κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Το μέγεθος και η έκταση που καλύπτουν αυτά τα συστήματα καθιστούν απαραίτητη για την υλοποίηση τους την χρήση καλωδίων οπτικών ινών. Αντίστοιχα αυξημένες είναι και οι απαιτήσεις των συστημάτων CCTV, τόσο για την επεξεργασία των σημάτων video των δικτυακών καμερών υψηλής ανάλυσης, όσο και για την αποθήκευση πολύ μεγάλου όγκου δεδομένων σε συστοιχίες σκληρών δίσκων. Η τεχνολογία εδώ έρχεται να βοηθήσει τον χρήστη μέσω της τεχνητής νοημοσύνης (artificial intelligence) και των αλγoρίθμων βαθιάς εκμάθησης (deep learning algorithms) που ενσωματώνονται ολοένα και περισσότερο στα συστήματα CCTV, τα οποία σε αντίθεση με τα υπόλοιπα βρίσκονται σε συνεχή και αλματώδη εξέλιξη».

Για το ίδιο θέμα, ο Δημήτρης Μητρόπουλος, Ιδιοκτήτης και Γενικός Διευθυντής της iSecurity στέκεται στα συστήματα ασφαλείας Grade 3 ή 4 και την κατάλληλη εκπαίδευση των ανθρώπων που τα χειρίζονται. «Όταν καλούμαστε να σχεδιάσουμε ένα σύστημα ασφαλείας για μεγάλες και πολύπλοκες υποδομές (πχ. μετρό, τράπεζες, δημόσια κτίρια κλπ.), οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι υψηλότερες και ιδιαίτερες. Για τον λόγο αυτό, μιλάμε αποκλειστικά για συστήματα ασφαλείας Grade 3 ή 4, τα οποία δεν αφήνουν περιθώρια παράκαμψης. Το κρίσιμο σημείο είναι η επαρκής εκπαίδευση των ανθρώπων που θα κληθούν να χειριστούν τα συστήματα υψίστης ασφαλείας», υπογραμμίζει.

Για τις προδιαγραφές των συστημάτων ασφαλείας, ο κ. Μητρόπουλος τονίζει ότι τα συστήματα θα πρέπει να είναι εύκολα στον χειρισμό για να περιορίζεται η πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. «Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Άλλες είναι οι ανάγκες ασφάλειας που έχει μια τράπεζα και άλλες οι ανάγκες ασφάλειας ενός αεροδρομίου, για παράδειγμα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει ενδελεχής μελέτη, όχι μόνο των χώρων αλλά και των επιμέρους κινδύνων. Δεν περιοριζόμαστε μόνο στην κλοπή ή την πυρκαγιά, αλλά εξετάζουμε και επιμέρους περιπτώσεις που κινδυνεύει η ασφάλεια των εργαζομένων. Κοινός παρονομαστής είναι ο σχεδιασμός του πλέον σύγχρονου συστήματος ασφαλείας που θα είναι απλό στην χρήση του, θα διευκολύνει τη δουλειά των ελεγκτών που θα το διαχειρίζονται και θα μειώνει – μέσω αυτοματισμών – την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Για παράδειγμα, με τις σύγχρονες τεχνολογίες video analytics, επιτυγχάνεται η πλήρης καταγραφή όλων των ανθρώπινων κινήσεων με τη χρήση σύγχρονων καμερών οι οποίες είναι έξυπνα τοποθετημένες σε κρίσιμα σημεία. Έτσι, έχουμε τη δυνατότητα αυτόματου εγκλωβισμού ατόμου, εφόσον έχουν καταγραφεί εκ των προτέρων «ύποπτες» κινήσεις», επισημαίνει.

Ο κ. Μαθιουδάκης (ΚΕΜΕΤΑ ΑΕ) στέκεται στη σημασία του αυτοματισμού και τα λογισμικά που ενοποιούν διαφορετικά υποσυστήματα σε ένα ενιαίο και διαδραστικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τον ίδιο, «το μέγεθος, η πολυπλοκότητα και η απαιτούμενη αλληλεπίδραση μεταξύ των υποσυστημάτων ασφάλειας και πυρασφάλειας μίας σύγχρονης εγκατάστασης κατέστησαν απαραίτητο τον κεντρικό και αυτοματοποιημένο έλεγχο τους, έτσι ώστε να επιτευχθεί η εύκολη, πρακτική και αποτελεσματικότερη λειτουργία τους, με στόχο την ορθότερη και αμεσότερη ανταπόκριση του προσωπικού σε έκτακτα συμβάντα συναγερμού. Για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης έχουν αναπτυχθεί λογισμικά που είναι σε θέση να ενοποιήσουν υποσυστήματα διαφορετικού σκοπού εγκατάστασης και, πολλές φορές, διαφορετικών κατασκευαστών, σ’ ένα ενιαίο υπολογιστικό και διαδραστικό περιβάλλον, επιτυγχάνοντας την πλήρη διασύνδεση και αλληλεπίδραση των υποσυστημάτων μεταξύ τους. Με την βοήθεια αυτών των υπολογιστικών πλατφόρμων ολικής διαχείρισης κινδύνων (danger management systems), πραγματοποιείται η σύγχρονη ολιστική διαχείριση και ο έλεγχος των διαφορετικών υποσυστημάτων σ’ ένα ενιαίο γραφικό περιβάλλον εργασίας επί των κατόψεων της εγκατάστασης».

Ο κ. Μητρόπουλος (iSecurity) τονίζει τη μεγάλη σημασία και το απαραίτητο της συντήρησης και του εκσυγχρονισμού των συστημάτων ασφαλείας. «Είναι απολύτως σημαντικές. Η συντήρηση θα πρέπει να γίνεται βάσει αυστηρών προδιαγραφών και αναλυτικού τεχνικού εγχειριδίου. Παράλληλα, ο εκσυγχρονισμός των συστημάτων ασφαλείας είναι επίσης απαραίτητος καθώς οι κίνδυνοι μεταλλάσσονται αλλά και οι τεχνολογίες αναπτύσσονται ραγδαία και μας δίνουν τη δυνατότητα να τους αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά» δηλώνει σχετικά.

Ο κ. Μαθιουδάκης (ΚΕΜΕΤΑ ΑΕ) τονίζει ότι η συντήρηση είναι μια αναγκαία συνθήκη ενώ πολλές φορές αντιμετωπίζεται ως κόστος, ακόμα και σε πολλές δημόσιες υποδομές. «Η λειτουργία των σύγχρονων συστημάτων ασφάλειας και πυρασφάλειας απαιτεί εκπαιδευμένους χρήστες -και όχι τον παραδοσιακό φύλακα του παρελθόντος. Αντίστοιχα επιβάλλεται η συντήρηση των συστημάτων σύμφωνα με τη νομοθεσία, τα πρότυπα και τις οδηγίες των οίκων κατασκευής. Εξαιτίας της πολυπλοκότητας των σύγχρονων συστημάτων, ολοένα και περισσότερο απαιτείται η εξειδικευμένη γνώση και εκπαίδευση των τεχνικών που επιφορτίζονται με την συντήρηση τους και την αποκατάσταση πιθανών βλαβών. Η συντήρηση των συστημάτων πολλές φορές εκλαμβάνεται ως μία δυσάρεστη κοστοβόρα διαδικασία, αλλά είναι μία αναγκαία συνθήκη έτσι ώστε η αρχική επένδυση της απόκτησης ενός συστήματος να αποσβεστεί σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται δυστυχώς σε μεγάλο μέρος των δημοσίων υποδομών, με αποτέλεσμα μετά από ελάχιστα χρόνια από την παράδοση των συστημάτων σε επιχειρησιακή λειτουργία, αυτά να υπολειτουργούν στην καλύτερη περίπτωση, ασυντήρητα», καταλήγει.

Πυροπροστασία
Ο Παύλος Παύλου, Company Head Director της εταιρείας Π. & Κ. Παύλου ΟΕ, και Fire Protection Specialist, τονίζει ότι στην Ελλάδα μία πρόκληση είναι το ότι η πυρασφάλεια αντιμετωπίζεται περισσότερο ως υποχρεωτικότητα από τον νόμο, και όχι ως μέσο πρόληψης/καταστολής. «Η κύρια πρόκληση που καλούμαστε να διαχειριστούμε ως Εξειδικευμένη Εταιρεία Πυροπροστασίας & Πυρασφάλειας, είναι ότι η πυρασφάλεια, σε αντίθεση με το εξωτερικό, κατατάσσεται πολύ χαμηλά ως προς την αναγκαιότητα και τη σπουδαιότητα στην υποδομή και αντιμετωπίζεται περισσότερο ως υποχρεωτικότητα από τον νόμο παρά σαν προληπτικό ή/και κατασταλτικό μέσο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής και περιουσίας. Συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η επιλογή των υλικών τόσο στην παθητική πυροπροστασία (επιλογή ποιότητας υλικών που χρησιμοποιούνται από το αρχικό στάδιο κατασκευής) όσο και την ενεργητική (ποιότητα συστημάτων έγκαιρης ανίχνευσης για φωτιά και κατάλληλων υλικών που απαιτούνται για την κατάσβεση)να γίνεται βάσει του κόστους και όχι της ποιότητάς τους», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Σε ό,τι αφορά τις προδιαγραφές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ο κ. Παύλου ξεχωρίζει τη δυνατότητα σύνδεσης του συστήματος πυρασφάλειας με άλλα συστήματα ελέγχου. Αναλυτικότερα, σχολιάζει πως «έχοντας ως αυτονόητες τις παραμέτρους της Αξιοπιστίας και της Ποιότητας Κατασκευής, το επόμενο απολύτως απαραίτητο χαρακτηριστικό ενός συστήματος θα έλεγα ότι είναι η «Επικοινωνία». Η δυνατότητα σύνδεσης και συνεργασίας (Επικοινωνία) του συστήματος πυρασφάλειας με άλλα συστήματα ελέγχου όπως π.χ. κάμερες ασφαλείας, access control, alert messages κ.α., προσφέρει στον χρήστη την δυνατότητα συγκεντρωτικής και στοχευμένης διαχείρισης του κινδύνου και την ταχύτερη απόκριση σε ένα ενδεχόμενο συμβάν, προστατεύοντας ουσιαστικά καλύτερα τις ανθρώπινες ζωές και περιορίζοντας παράλληλα τις υλικές ζημιές».

Για τον Παύλο Κούσση, Μηχανολόγο Μηχανικό ΑΠΘ & Υπεύθυνο τεχνικού τμήματος και εγκαταστατών ΜΟΒΙΑΚ ΑΕ, ο μελετητής και ο εγκαταστάτης του συστήματος πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένα πρότυπα και τις απαιτήσεις τους. «Οι προδιαγραφές που πρέπει να ικανοποιούν τα συστήματα πυροπροστασίας, αναφέρονται με σαφήνεια στο σχετικά νέο Προεδρικό Διάταγμα 41/2018, αλλά και στην παλαιότερη Πυροσβεστική Διάταξη 15/2014. Για την σύνταξη κάθε τεχνικής περιγραφής συστήματος, ο μελετητής πρέπει να ακολουθεί για τους υπολογισμούς του κάθε συστήματος τα συγκεκριμένα πρότυπα, αλλά και ο εγκαταστάτης επίσης τις απαιτήσεις του κάθε προτύπου», επισημαίνει.

Για τις εξελίξεις/τάσεις στα συστήματα πυροπροστασίας, ο κ. Παύλου (Π. & Κ. Παύλου ΟΕ) σχολιάζει πως «η εμφάνιση σύνθετων πυρανιχνευτών που ενσωματώνουν τεχνολογία ανίχνευσης καπνού/θερμότητας/CO και εμπεριέχουν οπτικοακουστική ειδοποίηση, ή επίσης οι ανιχνευτές ανάλυσης αέρα που ανιχνεύουν σε πραγματικό χρόνο την αύξηση των μικροσωματιδίων άνθρακα που εκλύονται κατά την υπερθέρμανση ενός υλικού προ της εκδήλωσης καπνού, είναι κάποια από τα επιτεύγματα που δίνουν λύση στους μελετητές και αυξάνουν το αίσθημα της ασφάλειας και την αποτελεσματικότητα στη διαχείριση του κινδύνου από φωτιά».

Ο κ. Κούσσης (ΜΟΒΙΑΚ ΑΕ) ξεχωρίζει τα clean agent συστήματα, λέγοντας πως «η επιλογή ενός συστήματος πυροπροστασίας για κατάσβεση σε Εγκαταστάσεις/Υποδομές κρίσιμης σημασίας, είναι μια σύνθετη διαδικασία. Οι τάσεις πλέον αφορούν συστήματα κατάσβεσης με μέσα κατάσβεσης φιλικά στο περιβάλλον, ασφαλή για τον άνθρωπο τα οποία επιτυγχάνουν την κατάσβεση χωρίς ζημιές στον χώρο που προστατεύουν (χωρίς υπολείμματα και ηλεκτρικά μη αγώγιμο), δηλαδή τα γνωστά σε όλους clean agent συστήματα».

Όσον αφορά τον αυτοματισμό, όπως επισημαίνει ο κ. Κούσσης (MOBIAK AE), ο χρόνος κατάσβεσης είναι ιδιαίτερα σημαντικός στις υποδομές. «Η επιλογή των σωστών υλικών σε ένα σύστημα αυτόματης κατάσβεσης είναι η σίγουρη λύση για τον μελετητή, εγκαταστάτη και χρήστη ενός συστήματος κατάσβεσης. Είναι εύκολα κατανοητό, όταν μιλάμε για κατάσβεση σε χώρους υποδομών (π.χ. Server Room), η ιδιαίτερη σημασία που έχει ο χρόνος. Ο αυτοματισμός, λοιπόν, στη λειτουργία των συστημάτων πυροπροστασίας και η γνώση της εγκατάστασης ενός συστήματος, είναι τα στοιχεία που θωρακίζουν τις υποδομές», καταλήγει.

Τέλος, ο κ. Παύλου (Π. & Κ. Παύλου ΟΕ) τονίζει ότι, μετά το πέρας 10 χρόνων, οποιοδήποτε σύστημα πρέπει να εκσυγχρονίζεται. Σύμφωνα με τον ίδιο, «όπως κάθε σύστημα ασφαλείας, προαπαιτούμενο για την καλή λειτουργία του είναι η τακτική συντήρηση. Θεωρούμε ότι οποιοδήποτε σύστημα ξεπερνά τη δεκαετία, χρειάζεται να εκσυγχρονίζεται ώστε να βελτιώνεται το επίπεδο της πυροπροστασίας βάσει των νέων προδιαγραφών ασφαλείας».

Η τεχνητή νοημοσύνη στην παραγωγική διαδικασία

Οι σύγχρονες βιομηχανίες χρησιμοποιούν πλήθος καινοτόμων τεχνολογιών, προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους και να μειώσουν το κόστος και τον χρόνο υλοποίησης οικοδομημάτων. Στην κορυφή της τεχνολογικής πυραμίδας, δικαίως βρίσκονται τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία λόγω των πλεονεκτημάτων που προσφέρουν, αναμένεται να αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στον κόσμο των κατασκευών. Πλήθος εταιρειών φαίνεται να ασπάζεται αυτή την άποψη και να δαπανά μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες τεχνολογικές εξελίξεις. Σύμφωνα με την αμερικανική International Data Corporation, το 2023 παγκοσμίως οι επενδύσεις, που θα αφορούν την τεχνητή νοημοσύνη, θα ανέλθουν στα 97,9 δις ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 28,4% συγκριτικά με τα δεδομένα του 2018.

Με τον όρο τεχνητή νοημοσύνη ορίζουμε τις τεχνολογίες, που μπορούν να αποδώσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, εξαιτίας της ικανότητας τους να αναλύουν πληροφορίες του περιβάλλοντος, ώστε να πετύχουν συγκεκριμένους στόχους. Δρώντας με σχεδόν πλήρη αυτονομία, μπορούν να λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις, να επιλύουν στρατηγικά προβλήματα και να κάνουν έγκυρες προγραμματιστικές προβλέψεις. Η κύρια ιδέα είναι, ότι το υπολογιστικό σύστημα λαμβάνει δεδομένα, τα επεξεργάζεται και βάσει αυτών καταλήγει σε πορίσματα.

Η τεχνητή νοημοσύνη στην παραγωγή
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει πολλαπλές εφαρμογές. που μπορούν να συντελέσουν στην βελτίωση της παραγωγής και στην εξομάλυνση των λειτουργικών διαδικασιών κάθε επιχείρησης. Ενδεικτικά, ο Βαγγέλης Γκιώνης, Product Application Engineer της Schneider Electric αναφέρει: «Χρησιμοποιώντας τεχνητή νοημοσύνη και μηχανική μάθηση επιτελείται σχολαστική πρόβλεψη, καθώς τα συστήματα μπορούν να δοκιμάσουν εκατοντάδες μαθηματικά μοντέλα δυνατοτήτων παραγωγής και αποτελέσματος και να είναι πιο ακριβή στην ανάλυση και τα αποτελέσματά τους. Με τη χρήση αισθητήρων που παρακολουθούν τις συνθήκες του εξοπλισμού και αναλύουν τα δεδομένα σε συνεχή βάση, πραγματοποιείται προγνωστική συντήρηση. Η τεχνολογία επιτρέπει στα μηχανήματα να αξιολογούν τις δικές τους συνθήκες, να παραγγέλνουν ανταλλακτικά και να προγραμματίζουν έναν τεχνικό πεδίου, όταν χρειάζεται. Επιπλέον, η νοημοσύνη λογισμικού επιτρέπει στις εταιρείες να προχωρήσουν την εξατομίκευση στο επόμενο στάδιο, δημιουργώντας προϊόντα και υπηρεσίες που είναι ιδιαίτερα συναφή με μεμονωμένους καταναλωτές. Συμπληρώνοντας, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ποιοτικό έλεγχο, αξιολογώντας εικόνες από τη γραμμή παραγωγής, που της επιτρέπουν να εντοπίσει, σε πραγματικό χρόνο, αποκλίσεις από τα πρότυπα ποιότητας. Τέλος, επιτυγχάνεται αυτοματοποιημένη προμήθεια υλικού. Τα Analytics σε συνδυασμό με τη μηχανική μάθηση θα καταγράψουν και θα επικρίνουν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των αρχικών σταδίων εισαγωγής και καθιέρωσης της αλυσίδας εφοδιασμού».

Βαγγέλης Γκιώνης, Product Application Engineer, Schneider Electric

Ο ΣΕΒ, έπειτα από σχετική του έρευνα, κατέγραψε τις θετικές επιδράσεις των τεχνολογιών της τεχνητής νοημοσύνης στον βιομηχανικό κλάδο. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε αύξηση έως 5% στην αποδοτικότητα παραγωγής . Επί του θέματος σχολιάζει ο Πέτρος Χονδρονάσιος, διευθυντής μηχανογράφησης της Cosmos aluminium : «Με χρήση της τεχνητής νοημοσύνης η επιχείρηση μας έχει καταφέρει την απλούστευση των διαδικασιών παραγωγής, την αυτοματοποιημένη διακίνηση τελάρων και παρτίδων, τον καλύτερο έλεγχο της διαδικασίας, την μείωση του χρόνου προετοιμασίας και αποστολής της παραγγελίας, τον περιορισμό των «νεκρών χρόνων» και την αποφυγή λαθών. Έχει καταφέρει να διαχειρίζεται μεγαλύτερο όγκο προϊόντων, τα οποία απαιτούν μεγαλύτερες ποσότητες α’ και β’ υλών. Πλέον διακινούνται γρηγορότερα και με ασφάλεια μέσα στη μονάδα, εξασφαλίζοντας έγκαιρες παραδόσεις και κυρίως την καλή ποιότητα των προϊόντων. Υπάρχει εξοικονόμηση πόρων στον τομέα της προληπτικής συντήρησης και της αναπλήρωσης των ανταλλακτικών που απαιτούνται. Τέλος έχει πετύχει σημαντική βελτίωση των δεικτών κατανάλωσης ενέργειας με χρήση συσκευών IoT. Την περίοδο αυτή υλοποιείται εφαρμογή με χρήση ΤΝ για τον διαμοιρασμό των εντολών παραγωγής στις πρέσες, έχοντας ως στόχο τον βέλτιστο προγραμματισμό που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας των μηχανημάτων και τη μείωση του χρόνου παράδοσης».

Πέτρος Χονδρονάσιος, Διευθυντής Μηχανογράφησης, Cosmos Aluminium

Για τον καταλυτικό ρόλο που έχει η τεχνητή νοημοσύνη στις λειτουργικές διαδικασίες και στην παραγωγική διαδικασία κάνει λόγο ο Αντώνης Κύρκος, Group Transformation and Strategic Planning Director της Τιτάν. Πιο συγκεκριμένα υπογραμμίζει: «Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μία από τις βασικές τεχνολογίες της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης που χρησιμοποιούμε στον Όμιλο ΤΙΤΑΝ, στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού μας. Τα αποτελέσματα από τη χρήση αλγορίθμων, οι οποίοι στηρίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη και την παραμετροποίηση των χαρακτηριστικών της διαδικασίας παραγωγής και διανομής του τσιμέντου, βελτιστοποιώντας τη λειτουργία εξοπλισμού και διαδικασιών, αποδεικνύονται άκρως εντυπωσιακά. Κάποια παραδείγματα εφαρμογών αποτελούν οι πλήρως αυτοματοποιημένοι και αυτόνομοι αλγόριθμοι, που αυξάνουν την παραγωγικότητα του εξοπλισμού των εργοστασίων σε πραγματικό χρόνο – συχνά σε ποσοστό πάνω του 10% – ενώ ταυτόχρονα μειώνουν την κατανάλωση θερμικής και ηλεκτρικής ενέργειας, τα μοντέλα προγνωστικής συντήρησης που αυξάνουν την αξιοπιστία της γραμμής παραγωγής πάνω από 99% και τα μοντέλα βελτιστοποίησης αποθέματος ανταλλακτικών, που μειώνουν τα αποθέματα ταχέως κινούμενων υλικών και αναλωσίμων σε ποσοστό πάνω από 20%».

Στη συνέχεια η ΕΛΤΡΑΚ, παρουσιάζει την άποψη της για τα πολλαπλά οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης στη γραμμή παραγωγής: «Εξ’ όσων γνωρίζουμε, η τεχνητή νοημοσύνη έχει υιοθετηθεί από κάποιες ελληνικές εταιρίες στον τομέα της παραγωγής και μάλιστα με επιτυχία, καθώς η αυτοματοποίηση των διαδικασιών μέσω των αυτοματοποιημένων και ρομποτικών συστημάτων, φέρνει εξοικονόμηση χρόνου και καλύτερη εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Επίσης βελτιώνεται η ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων και ενισχύεται και το απομακρυσμένο management.».
Για αυξημένη αποδοτικότητα μιλά και ο Β. Γκιώνης: «Η Schneider Electric δημιούργησε μια προγνωστική λύση αναλύσεων IoT βασισμένη στην υπηρεσία Microsoft Azure Machine Learning και το Azure IoT Edge για τη βελτίωση της ασφάλειας των εργαζομένων, την ελαχιστοποίηση του κόστους και την επίτευξη στόχων βιωσιμότητας. Οι επιστήμονες δεδομένων χρησιμοποιούν πληροφορίες από το πεδίο πετρελαίου για να δημιουργήσουν τα μοντέλα που προβλέπουν πότε και πού απαιτείται συντήρηση. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούν τις αυτόματες δυνατότητες μηχανικής μάθησης για να επιλέξουν έξυπνα τα βέλτιστα μοντέλα μηχανικής μάθησης και να συντονίσουν αυτόματα τις παραμέτρους του μοντέλου μηχανής για εξοικονόμηση χρόνου και αυξημένη αποδοτικότητα. Όταν η εταιρεία ανέπτυξε τη λύση βασισμένη στην υπηρεσία Azure Machine Learning, βοήθησε τους χειριστές να αυξήσουν την αποδοτικότητα κατά 10 έως 20 τοις εκατό σε μόλις δύο ημέρες».

Αντώνης Κύρκος, Group Transformation and Strategic Planning Director, Τιτάν

Ελληνική πραγματικότητα
Στην Ευρώπη έχει γίνει αποδεκτό ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, της οικονομίας και της ευρύτερης κοινωνίας, με συνέπεια να κάνει γοργά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο στη χώρα μας η τάση αυτή είναι ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Σε έρευνα που πραγματοποίησε η Accenture σε συνεργασία με τη Microsoft, προκύπτει ότι ενώ οι περισσότεροι Έλληνες επιχειρηματίες αναγνωρίζουν τα πλεονεκτήματα της τεχνητής νοημοσύνης, θεωρούν σε ποσοστό 54%, ότι είναι πολύ νωρίς να επενδύσουν στη συγκεκριμένη τεχνολογία. Μάλιστα μόλις το 3% των επιχειρήσεων της χώρας μας έχει αξιοποιήσει συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Ως κυριότεροι λόγοι που αποτρέπουν τη μαζική χρήση της τεχνολογίας, αναφέρθηκαν η έλλειψη κατάρτισης και δεξιοτήτων, η ένδεια σε ψηφιακές υποδομές και η χαμηλή ποιότητα δεδομένων.

«Καταρχήν είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι στη χώρα μας συντελείται μια ραγδαία μετάβαση, καθώς όλο και περισσότερες εταιρίες και οργανισμοί αντιλαμβάνονται την αξία των εφαρμογών της τεχνητής νοημοσύνης. Τροχοπέδη αποτελεί το ότι πολλές ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν την κατάλληλη ψηφιακή υποδομή για τη συλλογή, αποθήκευση και επεξεργασία μεγάλου όγκου λειτουργικών δεδομένων (big data)» επισημαίνει ο Α. Κύρκος και συμπληρώνει: «Επιπλέον, υπάρχει αναμφισβήτητα ανάγκη προσωπικού με ειδικές δεξιότητες, καθώς και ενός τεχνολογικού οικοσυστήματος, που να περιλαμβάνει νεοφυείς επιχειρήσεις και κέντρα έρευνας και ανάπτυξης τεχνολογικών λύσεων, με τη σύμπραξη του ιδιωτικού και ακαδημαϊκού τομέα».

Το κόστος και η ανεπαρκής εκπαίδευση του προσωπικού είναι οι κυριότεροι παράγοντες, οι οποίο εμποδίζουν τη διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης, σύμφωνα με τον Π. Χονδρονάσιο: «Τα κυριότερα εμπόδια που αποτρέπουν πολλές φορές την μαζική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη χώρα μας είναι κυρίως η έλλειψη γνώσης της ύπαρξης των νέων τεχνολογιών και ποιος είναι ο σκοπός τους. Ένας άλλος αποτρεπτικός παράγοντας είναι το κόστος και η πολυπλοκότητα της ένταξης των νέων αυτών τεχνολογιών στις διαδικασίες των επιχειρήσεων. Η έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων ενδοεταιρικά αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, ώστε να κατανοήσουν οι επιχειρήσεις τις νέες τεχνολογίες και πώς αυτές μπορούν να φανούν χρήσιμες. Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να εκπαιδεύσουν τους εργαζομένους τους στις νέες τεχνολογίες. Η αντίδραση στην αλλαγή και η έλλειψη εμπιστοσύνης στις νέες τεχνολογίες δυσκολεύουν την μαζική χρήση. Τέλος αρκετές είναι οι εταιρείες που δε διαθέτουν το χρόνο και τους πόρους για την έρευνα και την αγορά των διαθέσιμων εργαλείων που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους, που είναι συνήθως πολύ συγκεκριμένες».

Παρόμοια είναι και η θέση της ΕΛΤΡΑΚ, η οποία δηλώνει: «Ο ρυθμός της μαζικής χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης προχωρά με αργούς ρυθμούς. Οι βασικότεροι λόγοι είναι η απόφαση της σημαντικής επένδυσης, που απαιτείται για τα συστήματα ρομποτικής και αυτοματοποιημένων διαδικασιών, καθώς και η αλλαγή της νοοτροπίας της διοίκησης. Οι δομές λειτουργείας των ελληνικών εταιριών, στέκονται επιφυλακτικές απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, προβάλλοντας ακόμα και λόγους ασφάλειας τόσο ως προς την εφαρμογή, όσο και ως προς τη διαχείριση των δεδομένων».

Με τη σειρά του ο Β. Γκιώνης υποστηρίζει: «Για να δημιουργηθεί μια μηχανή που μιμείται την ανθρώπινη λογική, χρειάζεται άφθονος χρόνος και πόροι. Έτσι, το κόστος δημιουργίας και εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης είναι αγωνιώδες. Ένας άλλος περιορισμός με τις μηχανές είναι ότι η απόκριση τους περιορίζεται στα δεδομένα που έχουν προ-τροφοδοτηθεί και στην περίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης, σε προηγούμενες εμπειρίες. Ένα ακόμη ζήτημα αποτελεί η προοπτική εργασίας. Μόλις ανατεθεί μια εργασία σε AI, απαιτείται ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση με αποτέλεσμα να χαθούν αρκετές ευκαιρίες εργασίας, που υπήρχαν κάποτε. Επιπλέον η τεχνητή νοημοσύνη είναι εξαιρετική στην αρχική υποστήριξη, ωστόσο για κάθε επείγουσα κατάσταση, η ανθρώπινη παρέμβαση είναι απαραίτητη. Ένα bot δεν μπορεί να αντικαταστήσει κανένα ανθρώπινο συναίσθημα ή να αναπτύξει κοινωνικούς δεσμούς. Κλείνοντας, επισημαίνω ότι η ηθική δεν μπορεί να σχεδιαστεί ή να μεταφερθεί μέσω της τεχνολογίας. Λάθος τεχνολογία σε λάθος χέρια μπορεί πραγματικά να έχει επικίνδυνα αποτελέσματα για την ανθρωπότητα. Πρέπει να σκεφτούμε αφάνταστα σενάρια και να ορίσουμε τα σωστά πρωτόκολλα για τη διαχείριση τέτοιων καταστάσεων».

Το επιχειρηματικό μέλλον
Με γνώμονα τα έως τώρα στοιχεία, είναι σχεδόν βέβαιο, ότι τα αυτοματοποιημένα συστήματα και η τεχνητή νοημοσύνη θα κυριαρχήσουν στον κόσμο των κατασκευών. Παρόλο που η Ελλάδα έχει μείνει πίσω σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, γίνονται αργά, αλλά σπουδαία βήματα ψηφιοποίησης και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού. Σταδιακά, αρχίζει και αλλάζει η κουλτούρα των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες γίνονται πιο δεκτικές προς τα νέα τεχνολογικά μέσα, αναγνωρίζοντας τον επιβοηθητικό τους χαρακτήρα. Συνεπώς γεννάται το ερώτημα: Πώς αναμένεται να εξελιχθεί η τεχνητή νοημοσύνη στην Ελλάδα στο άμεσο μέλλον;

Στο φλέγον αυτό ζητούμενο απαντά η ΕΛΤΡΑΚ: «Εφόσον, η τεχνητή νοημοσύνη έχει μπει στη ζωή μας, θα αποτελέσει σίγουρα το μέλλον και λοιπών ελληνικών επιχειρήσεων. Άλλωστε με την πανδημία του κορωνοϊού, που αύξησε κατακόρυφα τις παραγγελίες μέσω του e-commerce, είδαμε την τεχνητή νοημοσύνη να εισβάλει κυριολεκτικά στον κλάδο των logistics. Πολλές εταιρίες επενδύουν πλέον στα αυτόματα συστήματα διαλογής, οπότε θεωρούμε ότι μέσα στα λίγα επόμενα χρόνια, ο συγκεκριμένος κλάδος δεν θα έχει καμία σχέση με την εικόνα που υπάρχει σήμερα στην αγορά, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς».

Σημείο κλειδί της επιχειρηματικής δραστηριότητας θα αποτελέσει η τεχνητή νοημοσύνη, τονίζει ο Π. Χονδρονάσιος: «Θεωρώ ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις σήμερα βρίσκονται αρκετά πίσω σε σχέση με τις επιχειρήσεις των άλλων χωρών στο ποσοστό αξιοποίησης τεχνολογιών ΤΝ. Η ΤΝ δεν αποτελεί πλέον προϊόν επιστημονικής φαντασίας, αλλά πραγματικότητα την οποία οι ελληνικές επιχειρήσεις οφείλουν να εντάξουν στη στρατηγική τους, αν θέλουν να παραμείνουν ανταγωνιστικές τα επόμενα χρόνια. Η ΤΝ στο βραχυπρόθεσμο μέλλον θεωρώ ότι θα συνεχίσει να «περνάει» από τα ακαδημαϊκά εργαστήρια, όλο και περισσότερο στις επιχειρήσεις, δίνοντας σημαντικές λύσεις στις διαδικασίες τους. Θα αποτελέσει σημαντικό μέσο για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα σε όσες επιχειρήσεις υιοθετήσουν την ΤΝ στις δραστηριότητές τους. Θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων με αξιόπιστα δεδομένα που θα προέρχονται από τη μηχανική μάθηση και τη αξιοποίηση των Big data. Στο μέλλον, η χρήση μεθόδων Τεχνητής Νοημοσύνης αναμένεται να εξορθολογήσει και να βελτιστοποιήσει τις διαδικασίες λειτουργίας των επιχειρήσεων και θα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους».

Ακολούθως, ο Α. Κύρκος αναφέρεται στα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που μπορούν να προσφέρουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και στην υποχρέωση κάθε εταιρείας να προσαρμόζεται στις νέες τάσεις, προκειμένου να αναπτυχθεί. Πιο αναλυτικά δηλώνει: «Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την ελληνική επιχειρηματικότητα, ακριβώς επειδή είναι εφαρμόσιμη σε κάθε εταιρεία, ανεξαρτήτως μεγέθους. Η χρήση της εξασφαλίζει σημαντικά οφέλη, όπως ευελιξία στις διαδικασίες, μείωση κόστους παραγωγής, αποτελεσματικότερη διαχείριση της λειτουργίας της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με αυξημένη προστιθέμενη αξία. Οι εξελίξεις είναι και θα είναι ραγδαίες και οφείλουμε να τις παρακολουθούμε και να εξελισσόμαστε μαζί τους σε πραγματικό χρόνο».

Συμπερασματικά, η τεχνητή νοημοσύνη και οι λοιπές ανερχόμενες τεχνολογίες θα αλλάξουν ριζικά τον κατασκευαστικό κλάδο το προσεχές διάστημα. Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και όλες οι εταιρείες καλούνται να προσαρμοστούν το ταχύτερο δυνατό στα νέα δεδομένα. Οι σωστές στρατηγικές επενδύσεις, οι οποίες αφορούν πρωτοποριακούς εξοπλισμούς στην παραγωγική διαδικασία, πιθανότατα να αποτελέσουν καταλύτη στην ομαλή ανάπτυξη της κάθε επιχείρησης.