Συμμόρφωση των κατασκευαστικών εταιρειών στους στόχους αειφορίας – ο ρόλος του ταμείου υποδομών

 

Η Ελλάδα ως μέλος της Ε.Ε. πρέπει να αποδείξει ότι συμμορφώνεται στα πλαίσια της ατζέντας και των 17 στόχων που έχουν τεθεί από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης.

 

Η Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών, η οποία εγκρίθηκε το 2015, αποτελεί το νέο πλαίσιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο, και θέτει 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (Sustainable Development Goals, SDGs). Σκοπός της Ατζέντας είναι η εξάλειψη της φτώχειας και η επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα έως το 2030, χωρίς κανένας να μένει στο περιθώριο. Η Ε.Ε. έχει δεσμευτεί να πρωτοστατήσει, μαζί με τα κράτη μέλη της, στην υλοποίηση της Ατζέντας 2030, κάτι που σημαίνει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη είναι πλέον κεντρικός πυλώνας της πολιτικής της. Μάλιστα, οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης λαμβάνονται υπόψη και στις 10 προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της Ε.Ε., πρέπει και αυτή να αποδείξει ότι συμμορφώνεται στα πλαίσια αυτής της ατζέντας και των 17 Στόχων που έχουν τεθεί. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι δίνεται πλέον έμφαση στην υλοποίηση έργων που συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτά είναι έργα που θα συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος, στη βιώσιμη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, καθώς και στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, έχοντας ως παράλληλους στόχους τη βιώσιμη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε στους τρόπους χρηματοδότησης έργων που εναρμονίζονται με τους στόχους του ΟΗΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη.

 

ΣΔΙΤ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Οι Συμπράξεις Δημοσίου και Δημοσίου Τομέα (ΣΔΙΤ) είναι ένας τρόπος χρηματοδότησης έργων, ο οποίος δημιουργεί μια σχέση ανάμεσα στο  Δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα που είναι επωφελής και για τα δυο μέρη, και μπορούν να συμβάλλουν σε έργα που συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη.

 

Στην Ελλάδα, ήδη βλέπουμε τον σχεδιασμό έργων στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης που αναμένεται να χρηματοδοτηθούν με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε και στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού, έχει εγκριθεί η υλοποίηση της κατασκευής 17 νέων σύγχρονων, βιοκλιματικών σχολικών μονάδων στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, προϋπολογισμού 129 εκατ. ευρώ. Το εν λόγω έργο θα αντιμετωπιστεί το χρόνιο πρόβλημα της σχολικής στέγασης σε μια περιφέρεια με σημαντική έλλειψη σχολικών κτιρίων, ενώ θα δημιουργηθεί ένα καλύτερο και φιλικότερο εκπαιδευτικό περιβάλλον για τους ίδιους τους μαθητές.

 

Επίσης, θα συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη, μιας και η υλοποίησή του θα οδηγήσει τόσο σε εξοικονόμηση ενέργειας όσο και στον περιορισμό των εκπομπών ρύπων διοξειδίου του άνθρακα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα θερμική και οπτική άνεση για εκπαιδευτικούς και μαθητές.

 

ΤΑΜΕΙΟ ΥΠΟΔΟΜΩΝ: ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΕΡΓΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Το 2019 δημιουργήθηκε το Ταμείο Υποδομών (ΤΑΜΥΠΟΔ, Infrastructure Fund of Funds – IntraFoF) από το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, το οποίο διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, προσφέροντας ευνοϊκούς όρους για τη χρηματοδότηση μικρών και μεσαίων έργων, με έμφαση – μεταξύ άλλων- στα έργα περιβάλλοντος και ενέργειας. Το Ταμείο Υποδομών προσφέρει χρηματοδοτικούς πόρους ύψους 450 εκατ. ευρώ, συμβάλλοντας στην υλοποίηση βιώσιμων έργων συνολικού ύψους τουλάχιστον 650 εκατ. ευρώ. Σε αυτή την πρωτοβουλία συμμετέχουν 4 Τράπεζες ως Ενδιάμεσοι Χρηματοοικονομικοί Οργανισμοί: η Τράπεζα Πειραιώς, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η Eurobank και η Alpha Bank.

 

Η χρηματοδότηση αφορά έργα που εξυπηρετούν 2 σημαντικούς θεματικούς στόχους:

  • Υποστήριξη της μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε όλους τους τομείς.

Εδώ περιλαμβάνονται έργα που στοχεύουν στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης δημόσιων ή ιδιωτικών χώρων, στη δημιουργία εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των αιολικών πάρκων, φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, υδροηλεκτρικών και υβριδικών εγκαταστάσεων και συστημάτων βιομάζας που στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στην αύξηση της ενεργειακής ανεξαρτησίας των απομονωμένων περιοχών.

  • Διατήρηση και προστασία του περιβάλλοντος και προώθηση της αποδοτικότητας/βέλτιστης αξιοποίησης των πόρων.

Ενδεικτικά, περιλαμβάνονται έργα αστικών υποδομών που συμβάλλουν στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη μιας αστικής περιοχής, όπως α) υποδομών άρδευσης/ύδρευσης και διαχείρισης/επεξεργασίας απορριμμάτων/αποβλήτων, β) υποδομών με σημαντικό αντίκτυπο στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη αστικών και νησιωτικών περιοχών (π.χ. βιομηχανικά πάρκα, ανάπλαση υποβαθμισμένων βιομηχανικών περιοχών για εμπορική, επιχειρηματική, εκπαιδευτική και πολιτιστική χρήση).

 

Είναι σαφές πως με την αξιοποίηση των χρηματοδοτικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, θα κινητοποιηθούν επενδύσεις σε έργα που είναι συμβατοί με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης, καθώς αυτά συμβάλλουν στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, προωθώντας ταυτόχρονα την οικονομική και κοινωνική ευημερία.

 

ΒΙΩΣΙΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

Σε επίπεδο Ε.Ε., γίνεται πλέον λόγος για τη βιώσιμη χρηματοδότηση των έργων. Βιώσιμη χρηματοδότηση είναι αυτή που λαμβάνει υπόψη τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και κυβερνητικές πτυχές (Environmental, Social, Governance – ESG) κατά τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, και στοχεύει στην υλοποίηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες και έργα. Έτσι, η βιώσιμη χρηματοδότηση μπορεί να κινητοποιήσει τα απαραίτητα κεφάλαια για την επίτευξη των στόχων πολιτικής στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (European Green Deal), καθώς και των διεθνών δεσμεύσεων της Ε.Ε. για τους στόχους του κλίματος και της βιωσιμότητας.

 

Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο που έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο είναι τα πράσινα ομόλογα. Σύμφωνα με τον κ. Νίκο Αυλώνα, Πρόεδρο και ιδρυτή του Κέντρου Αειφορίας και Αριστείας (CSE): «Όλο και περισσότερο αυξάνεται η ζήτηση για χρηματοοικονομικά προϊόντα που υποστηρίζουν τη βιώσιμη οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανάπτυξη, δημιουργώντας την ανάγκη για εργαλεία και κριτήρια δανειοδότησης με άξονα βιώσιμης ανάπτυξης. Τα κριτήρια αυτά σχετίζονται με τα θέματα ESG (περιβαλλοντικά, κοινωνικά και εταιρικής διακυβέρνησης) και έχουν γίνει μοχλός για χρηματοδότηση και υλοποίηση έργων υποδομής.

 

Στα πλαίσια αυτά, έχει δημιουργηθεί ένα νέο είδος δανείων – τα πράσινα ομόλογα. Τα ομόλογα αυτά αποτελούν ένα νέο επενδυτικό εργαλείο και  βρέθηκαν στο προσκήνιο μετά τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Τα πράσινα ομόλογα μπορούν, με όσα αποφέρουν, να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, χρηματοδοτώντας μεγάλα έργα στο πεδίο της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας, των μέσων μαζικής μεταφοράς, καθώς και σχέδια για την εξοικονόμηση ενέργειας, για ανανεώσιμη ενέργεια,  ενεργειακή αποδοτικότητα (με αποδοτικότητα κτιρίων), βιώσιμη διαχείριση αποβλήτων.

 

Έχουν κατηγορηθεί συχνά ότι αποτελούν πηγή κερδοσκοπίας ή ότι ενδέχεται να συνδεθούν με μια ψεύτικη οικολογική ταυτότητα ή «πράσινο ξέπλυμα» (greenwashing) . Για να αποφευχθεί αυτό, πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι εκδότες πράσινων ομολόγων, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών εταιρειών, τηρούν σαφείς και διαφανείς κανόνες. Αυτό θα επιτευχθεί μέσω ανεξάρτητης εξέτασης-διασφάλισης  των επιπτώσεων των επενδύσεων, ενώ οι οργανισμοί που τα εκδίδουν θα πρέπει να έχουν εκπονήσει εσωτερικά στρατηγικές για την βιώσιμη ανάπτυξη και να είναι σε θέση να δημοσιοποιούν τις θετικές επιπτώσεις των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται με τα πράσινα ομόλογα».

 

Αξίζει να τονιστεί ότι τα πράσινα ομόλογα είναι χρεόγραφα σταθερής απόδοσης, τα οποία μπορούν να εκδοθούν από κυβερνήσεις, εταιρίες ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Το πρώτο πράσινο ομόλογο εκδόθηκε τον Νοέμβρη του 2008 από την Παγκόσμια Τράπεζα και αποτέλεσε το έναυσμα για τις βιώσιμες επενδύσεις στις κεφαλαιαγορές.

 

Σε διεθνές επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί ότι στη Σουηδία εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2017 πράσινο ομόλογο, ύψους 2 δισ. SEK,  από την Κομητεία της Στοκχόλμης. Σύμφωνα με το Green Bond Impact Report του 2018 του Συμβουλίου της Κομητείας, τμήμα του ομολόγου αφορά την επέκταση του μετρό, η οποία θα είναι η μεγαλύτερη σύγχρονη επένδυση στο σύστημα του μετρό. Κατασκευάζονται 19 χιλιόμετρα νέας γραμμής και 11 νέοι σταθμοί, χωρισμένοι σε τέσσερα τμήματα. Το μετρό αναμένεται να λειτουργήσει το 2025, μεταξύ Nacka C, σταθμού Barkarby και Arenastaden.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο ζωής του έργου, η επέκταση του μετρό θα συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη της Κομητείας, μιας και θα συμβάλλει στη μείωση της κατανάλωσης πόρων και στον περιορισμό της κλιματικής επιβάρυνσης, καθιστώντας το έργο μια κλιματικά έξυπνη εναλλακτική σε σύγκριση με τα παραδοσιακά μέσα μαζικής μεταφοράς.

 

Σε εθνικό επίπεδο, το πρώτο πιστοποιημένο πράσινο ομόλογο, ύψους 150 εκατ. ευρώ, εκδόθηκε από την ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΜΑΕΧ, μέλος του Ομίλου ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ, και η  πιστοποίησή του έγινε από τον διεθνή οργανισμό Climate Bond Initiative. Από τα 150 εκατ. ευρώ της έκδοσης του ομολόγου, ένα μέρος χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή του προηγούμενου ομολόγου της εταιρίας, το οποίο επίσης είχε χρησιμοποιηθεί για πράσινες επενδύσεις, ενώ το υπόλοιπο διοχετεύτηκε για τη χρηματοδότηση της κατασκευής 14 αιολικών πάρκων στην Ελλάδα και για την εξαγορά αιολικού πάρκου στην πολιτεία Τέξας των ΗΠΑ.

 

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα, πολλές εταιρείες στρέφονται σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για να λάβουν χρηματοδότηση για να μπορέσουν να υλοποιήσουν έργα που είναι σε συμφωνία με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης και τα οποία έχουν θετικό αντίκτυπο στην κοινωνία. Όμως, όπως τονίστηκε και στο Διαδικτυακό Συνέδριο «A Virtual ESG Summit for action by MYTILINEOS», οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λαμβάνουν υπόψη τους όλο και περισσότερο υπόψη τη συμμόρφωση των εταιρειών με τα κριτήρια ESG κατά την αξιολόγηση των αιτήσεων δανειοδότησης, καθώς αποδεικνύουν ότι είναι πιο αξιόπιστες και ανταγωνιστικές, λειτουργώντας με τρόπο που σέβεται το περιβάλλον και το κλίμα, την κοινωνία και τους εργαζόμενους.

 

Αυτό αναμένεται να επιφέρει αλλαγές στις εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό τομέα. Σύμφωνα με τον κ. Μιχάλη Σπανό, Διευθύνοντα Σύμβουλο της Global Sustain: «Οι εξελίσσεις στο πεδίο της εταιρικής υπευθυνότητας και βιώσιμης ανάπτυξης είναι συνεχείς, δημιουργώντας νέες προκλήσεις και ευκαιρίες στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό τομέα. Το κανονιστικό πλαίσιο όπως διαμορφώνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (EU Taxonomy) αλλά και διεθνώς (IFC, EBRD), καθώς και οι τάσεις της χρηματοπιστωτικής αγοράς αναδεικνύουν την αναγκαιότητα εφαρμογής κριτηρίων που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση (ESG) και τα καθιστούν σημαντικό και αναγκαίο παράγοντα για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων.

 

Προς αυτή την κατεύθυνση, από τον κατασκευαστικό κλάδο, είναι απαραίτητη η ανάπτυξη και εφαρμογή ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Περιβαλλοντικών και Κοινωνικών Κινδύνων (Environmental & Social Management System), αλλά και η διενέργεια ελέγχων και εκθέσεων δέουσας επιμέλειας επί περιβαλλοντικών και κοινωνικών κινδύνων (Environmental & Social Dure Diligence). Οι εταιρείες του κλάδου των κατασκευών για να ενσωματώσουν επιτυχημένα τα κριτήρια ESG καλούνται να διαμορφώσουν ένα ενιαίο πλαίσιο πολιτικών και διαδικασιών και να προβούν στη γνωστοποίηση των σχετικών πληροφοριών σε συμφωνία με το εθνικό και ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο, καθώς και για χρηματοδοτικούς οργανισμούς.

 

Παράλληλα θα πρέπει να εναρμονίσουν τη δραστηριότητά τους με τις αρχές και τις προτεραιότητες που τίθενται από ευρωπαϊκές και διεθνείς πρωτοβουλίες όπως η Συμφωνία του Παρισίου, η Πράσινη Συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Green Deal), οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (SDGs) και το πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις βιώσιμες χρηματοδοτήσεις (Sustainable Finance Framework). Επιπλέον, οι εταιρείες μπορούν να συμμετέχουν σε κλαδικά εργαλεία αξιολόγησης που βασίζονται στα κριτήρια ESG όπως το GRESB, EPRA, το BREEAM και το LEED με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητα τους, της βελτίωσης της απόδοσης τους καθώς και τη πρόσβαση τους σε νέες χρηματοδοτικές πηγές».